«Ακούγαμε απ’ έξω “κάψτε τους”..εικοσιένας άνθρωποι βγήκαμε ζωντανοί , τρεις άλλοι όμως όχι».

Συνάδελφοι των τριών υπαλλήλων που κάηκαν όταν η ΜΑΡΦΙΝ πυρπολήθηκε, κατέθεσαν στο Πρωτοβάθμιο Κακουργιοδικείο, ενώπιον του οποίου εξετάζονται όσα έγιναν τον Μάιο του 2010, κατά την διάρκεια ογκώδους συλλαλητηρίου κατά του πρώτου μνημονίου.

Η δίκη για τα γεγονότα στην Τράπεζα, που κόστισαν τη ζωή τριών υπαλλήλων και την βομβιστική επίθεση στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ, ξεκίνησε σήμερα, με 37 από τους περίπου 80 μάρτυρες, να είναι απόντες.

Στο δικαστήριο ήταν παρόντες οι συγγενείς των τριών υπαλλήλων που βρήκαν φρικτό θάνατο μέσα στην πυρπολημένη από μολότοφ Τράπεζα. Στην δίκη έχουν δηλώσει από την αρχή παράσταση Πολιτικής Αγωγής, οι συγγενείς της εγκύου Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, ενώ σήμερα δήλωσαν παράσταση και οι οικείοι και των άλλων δύο νεκρών της ΜΑΡΦΙΝ, της Παρασκευής Ζούλια και του Επαμεινώντα Τσακαλή.

 

Με την έναρξη της διαδικασίας, οι δύο κατηγορούμενοι, Θεόδωρος Σίψας, που βαρύνεται με κατηγορίες που αφορούν τον εμπρησμό της Τράπεζας και τους τρεις θανάτους και ο Παύλος Αντρέεβ, που λογοδοτεί για την επίθεση στον ΙΑΝΟ, αρνήθηκαν τις πράξεις που τους αποδίδονται.

Η ατμόσφαιρα φορτίστηκε έντονα όταν ανέβηκαν στο βήμα του μάρτυρα οι γονείς της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου. Για λίγα μόνο λεπτά παρέμειναν ο καθένας από τους δύο γονείς χωρίς να θελήσουν να μιλήσουν για την απώλεια τους. Ο πατέρας της Αγγελικής, Ζαχαρίας Παπαθανασόπουλος, προσπάθησε μόνο, να περιγράψει ότι πληροφορήθηκε πως η κόρη του χάθηκε στην φωτιά, όταν του τηλεφώνησε ένας ανιψιός του, που ενημερώθηκε από τα Μέσα Ενημέρωσης. Ο κ. Παπαθανασόπουλος δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την κατάθεσή του.

Στο δικαστήριο εξετάστηκαν περισσότεροι από 20 μάρτυρες, συνάδελφοι των τριών θυμάτων, αλλά και υπάλληλοι παρακείμενων εταιρειών. Κανένας τους δεν αναγνώρισε, στο πρόσωπο των κατηγορουμένων, τους δράστες της δολοφονικής επίθεσης του υποκαταστήματος, ενώ συγκλονιστικές ήταν οι περιγραφές των υπαλλήλων της Τράπεζας για όσα έζησαν: «Ζήσαμε την αγωνία του θανάτου για πάρα πολλή ώρα» όπως είπε χαρακτηριστικά ένας από τους μάρτυρες.

Αίσθηση προκάλεσε στο δικαστήριο, μάρτυρας που ζήτησε να μην επεκταθεί περαιτέρω στα πραγματικά περιστατικά, γιατί δεν ένιωθε ασφαλής, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Δεν θέλω να επεκταθώ παραπάνω. Δεν νιώθω ασφάλεια. Υπήρχε ένας διάλογος τότε, με κάποια άτομα. Δεν έχω δει τα πρόσωπα αυτά σήμερα εδώ».

Οι μάρτυρες περιέγραψαν την επίθεση που δέχθηκε το υποκατάστημα της Τράπεζας από τρία ή περισσότερα άτομα, τα οποία όπως κατέθεσαν «ήταν ευέλικτα και γρήγορα και δεν ήταν ιδιαίτερα εύσωμα».

Μία από τις υπαλλήλους περιέγραψε την σκηνή, που ένας από την ομάδα που βρέθηκε έξω από την Τράπεζα, έριξε μολότοφ και αμέσως «μόλις υποχώρησε το τζάμι ξέσπασε φωτιά.

«Μία συνάδελφος φώναξε “είμαστε άνθρωποι μέσα” μήπως δεν το είχαν καταλάβει. Ακούγαμε απέξω “κάψτε τους” αλλά δεν μπορούσα να ασχοληθώ να δω ποιος το είπε».

Ο υπάλληλος της Μαρφίν, Γιώργος Στρατογιαννάκης, όπως κατέθεσε, ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που είδε την Αγγελική Παπαθανασοπούλου και τον Επαμεινώνδα Τσάκαλη. «Έμπαινε ο καπνός στο γραφείο του Νώντα. Προσπαθούσε να βρει κάποιον στο τηλέφωνο, μάλλον για να δει τί πρέπει να κάνουμε για να προστατευτούμε. Η Αγγελική ήταν δίπλα του, γιατί ήξερε ο Νώντας την κατάστασή της και ήθελε να τη βοηθήσει. Τους είπα να φύγουμε, να βρούμε τους άλλους. Έβαλα το σακάκι μου στη μύτη και κρατούσα με το άλλο χέρι την κουπαστή. Κατέβηκα στον άλλο όροφο. Αυτή η τελευταία επαφή που είχα...τον Νώντα τον βρήκαν στα σκαλιά, δεν τον έφτασε η ανάσα του και έπαθε ασφυξία…η Αγγελική δεν είχε κουνηθεί καθόλου από το γραφείο. Μέρες μετά είδα το αποτύπωμα του σώματός της, των χεριών της, στο πάτωμα. Εκείνη την ημέρα, 21 άτομα βγήκαμε ζωντανοί. Τρεις άλλοι, όχι».

Ο μάρτυρας κατέθεσε πως προσπάθησε να κατέβει στο ισόγειο για να σβήσει τη φωτιά, αλλά βρήκε «φλόγες που έγλειφαν τον χώρο και ανέβηκα πάνω». Είπε επίσης, πως στον δεύτερο όροφο, στο μπαλκόνι «ήταν δύο συνάδελφοι, και μου είπαν “αυτοί έρχονται και πετάνε κι άλλο”. Έσκυψα και είδα κάποιον στο σημείο που είχε σπάσει η τζαμαρία, που κρατούσε κάνιστρο και κάτι έριχνε, ή έτσι φαινόταν. Το έκανε 2-3 φορές και όταν έφευγε ξαναφούντωνε η φωτιά. Φορούσε μαύρα ρούχα, ήταν νεαρός μετρίου αναστήματος, καλοντυμένος, θα μπορούσε να ήταν φοιτητής, 20-22 χρονών. Μας κοιτούσε και μας έκανε χειρονομία. Στην αρχή κατάλαβα ότι ήταν κάποιος που έδειχνε τη φωτιά. Μετά που το συζήτησα με συναδέλφους, τελικά έδειχνε τα γεννητικά του όργανα και έκανε άσεμνη χειρονομία».

Αντίστοιχα, ο Ευάγγελος Λαγουδάτος, υπάλληλος της Μαρφίν, κατέθεσε πως όταν άκουσε τον θόρυβο της τζαμαρίας «βγήκα στο μπαλκόνι και φώναξα σε αυτούς που βρίσκονταν στην είσοδο και έκαναν επίθεση ότι υπάρχει κόσμος μέσα. Θυμάμαι ότι είχα πάρει μία κούτα για χαρτιά Α4 και τους έλεγα “φύγετε, αλλιώς θα την πετάξω”. Ήρθε τότε ένα συνάδελφος και μου είπε “άστο, θα τους σκοτώσεις”».

Εισαγγελέας: Αλλά κι αυτοί ήθελαν να σκοτώσουν εσάς...

Μάρτυρας: Δεν μπορούσα να το φανταστώ αυτό...

 

Η υποδιευθύντρια της ΜΑΡΦΙΝ, Αναστασία Κούκου, κατέθεσε πως λόγω των εύφλεκτων υλικών, αλλά και του τρόπου που ήταν φτιαγμένο το υποκατάστημα «δημιουργήθηκε το φαινόμενο της καμινάδας, μας είπαν, και άρπαξε αμέσως».

Η μάρτυρας Αναστασία Χρηστάκη, που είδε τους δράστες να πετούν εντός του υποκαταστήματος τις μολότοφ, τους περιέγραψε ως μικρόσωμα αδύνατα παιδιά. «Δεν ήταν άνδρες. Είχαν καλυμμένα χαρακτηριστικά και είχαν ευλυγισία..». Η υπάλληλος κατέθεσε ότι από το μπαλκόνι όπου βρισκόταν, έβλεπε κόσμο να περνάει, ενώ αναφέρθηκε ιδιαίτερα σε μία κοπέλα: «Άκουσα τη φωνή της να φωνάζει “να καείτε”...κάποιοι άλλοι μου πέταξαν ένα μπουκάλι νερό και το έριξα αμέσως στο πρόσωπο μου».

Και άλλοι μάρτυρες κατέθεσαν πως, ενόσω ήταν στο μπαλκόνι προσπαθώντας να ξεφύγουν από τον καπνό και τις φλόγες, πολλοί από τους διαδηλωτές τους φώναζαν «να καείς ρε», ενώ άλλοι τους έβριζαν ή τους μούτζωναν.

Η δίκη θα συνεχιστεί στις 14 Οκτωβρίου.

 
Top