Η κατάθλιψη, όσο καμία άλλη ασθένεια, επηρεάζει σε βάθος την ποιότητα ζωής του ασθενούς, με αϋπνία, ανορεξία, και πληθώρα σωματικών και άλλων συμπτωμάτων, εσωτερικό κενό, απαισιοδοξία, αίσθημα αδιεξόδου και φοβίες, συμπτώματα που επιβαρύνουν τον ασθενή στη διεκπεραίωση των καθημερινών του ασχολιών. Tα μεγαλύτερα προβλήματα εντοπίζονται στον τομέα της διάγνωσης. Είναι πολύ πιθανό, στους ίδιους ασθενείς να έχει γίνει παλιότερα εντελώς άλλη διάγνωση, όπως χρόνια κεφαλαλγία, χρόνια ισχιαλγία και άλλα παρόμοια. Και είναι πολύ πιθανό τώρα, να γίνονται πιο σωστές διαγνώσεις.
Στοιχεία της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας  δείχνουν ότι περισσότεροι άνθρωποι πεθαίνουν από κατάθλιψη παρά από έιτζ. Είναι μία άγνωστη εν πολλοίς πραγματικότητα, καθώς στις περισσότερες χώρες η κατάθλιψη είναι ταμπού. Στην Ευρώπη είναι η πλέον διαδεδομένη ασθένεια, η οποία πλήττει εξίσου τον επιτυχημένο ποδοσφαιριστή και μάνατζερ όσο και τον άνεργο, τις γυναίκες όπως και τους άντρες. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, περίπου 350 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως πάσχουν από κατάθλιψη. Από αυτούς, η πλειοψηφία προέρχεται από χώρες με σταθερή έως ισχυρή οικονομία. 
Η απώλεια ενός προσφιλούς προσώπου μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη, όπως και η πίεση στο χώρο της εργασίας, προβλήματα σύμφυτα με τις συνθήκες ζωής στις σύγχρονες ανεπτυγμένες κοινωνίες. Υπάρχει πάντα η μία πλευρά, η ψυχολογική ή ψυχοκοινωνική. Εδώ βρίσκουμε βιώματα από την παιδική ηλικία, υπερβολική πίεση στην εργασία, πένθος κλπ. Για τα αίτια αυτά έχουμε την ψυχοθεραπεία. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά του νομίσματος, με τους βιολογικούς και νευροβιολογικούς παράγοντες. Έχουμε γενετικούς παράγοντες, που παίζουν ένα ρόλο. Και για την αντιμετώπισή τους έχουμε τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα. Το ζήτημα δεν τίθεται διαζευκτικά, αλλά συνθετικά, γιατί έχουμε πάντα και τις δύο πλευρές. Κατά συνέπεια, η ενδεδειγμένη θεραπεία θα πρέπει να συνίσταται από το σωστό συνδυασμό αντικαταθλιπτικών φαρμάκων και ψυχοθεραπείας.
iatronet
 
Top