Ο «Εξορκιστής» είναι μία από τις πιο πετυχημένες ταινίες τρόμου όλων των εποχών, αλλά τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τα βασανιστήρια που υπέστησαν οι ίδιοι οι ηθοποιοί και συντελεστές της ταινίας...
Ο σκηνοθέτης Γουίλιαμ Φρίντκιν ήταν αποφασισμένος να εκμαιεύσει από τους ηθοποιούς του την πιο ρεαλιστική ερμηνεία και δεν θα σταματούσε πουθενά.

Τα γυρίσματα της ταινίας περιβάλλονται με το ίδιο μυστήριο και γόητρο όσο και η υπόθεση της ταινίας.

Η ταινία βασίστηκε στο ομώνυμο βιβλίο του Γουίλιαμ Πίτερ Μπλάτι, ο οποίος με τη σειρά του εμπνεύστηκε από μία πραγματική ιστορία που διάβασε στην εφημερίδα «Washington Post». Το άρθρο του Post είχε δημοσιευτεί το 1949 και περιέγραφε τον εξορκισμό ενός 14χρονου αγοριού. Ο νεαρός άρχισε να βγάζει άναρθρες κραυγές, μετά ακολούθησαν τα κινούμενα έπιπλα και οι γρατζουνιές στους τοίχους. Η οικογένειά του κάλεσε τον καθολικό ιερέα της ενορείας, ο οποίος έμεινε μαζί τους για δύο μήνες και τέλεσε περίπου 30 εξορκισμούς στο αγόρι. Η ιστορία του έχει αίσιο τέλος, καθώς το αγόρι φάνηκε να ξεπερνά την κρίση και να αναρρώνει κανονικά. Δεν υπήρξε πράσινος εμετός ούτε περιστρεφόμενο κεφάλι.

Ο δημοσιογράφος Όψασνικ ερεύνησε την υπόθεση και κατηγόρησε τον Μπλάτι ότι παραποίησε την πραγματική ιστορία. Ο Όψασνικ έμαθε ότι το ζευγάρι που έμενε στο σπίτι του εξορκισμού δεν είχε αποκτήσει ποτέ παιδιά. Ούτε οι γείτονες θυμούνταν να ακούν περίεργους θορύβους από το σπίτι. Η μοναδική υπόθεση που παρουσίαζε κάποιες ομοιότητες με το βιβλίο του Μπλάτι ήταν ένας εξορκισμός στην πολιτεία Μέριλαντ, όπου βέβαια κανείς δεν γύρισε το κεφάλι του 360 μοίρες.

Λίντα Μπλερ

Χωρίς την κατάλληλη ηθοποιό δεν θα είχε γυριστεί ποτέ η ταινία. Την άποψη αυτή συμμεριζόταν και ο σκηνοθέτης Μάικ Νίκολς, που δέχτηκε πρόταση να σκηνοθετήσει την ταινία. Αρνήθηκε επειδή δεν πίστευε ότι υπήρχε ένα 12χρονο κορίτσι που μπορούσε να φέρει εις πέρας αυτό τον άθλο. Το 1972, η Λίντα Μπλερ ήταν 13 ετών και ήθελε να γίνει κτηνίατρος.

Η μητέρα της έπεισε την κόρη της να συμμετάσχει στην ταινία, λέγοντάς της ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα χρήματα για να πληρώσει το πανεπιστήμιο. Η Μπλερ ξεχώρισε ανάμεσα σε 600 άλλα κορίτσια, χωρίς καν να ενδιαφέρεται για το αν θα καταφέρει να πάρει τον ρόλο. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο διάσημη θα γινόταν μετά την ταινία.

Μία από τις πιο σοκαριστικές στιγμές της ταινίας είναι ο αυνανισμός του κοριτσιού με τον σταυρό. Η 13χρονη πρωταγωνίστρια ακολούθησε τις οδηγίες που της έδωσαν στα γυρίσματα, χωρίς να ξέρει ακριβώς τη σημασία των πράξεών της. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι έπρεπε να ακουμπήσει τον σταυρό στο σφουγγάρι που είχαν τοποθετήσει ανάμεσα στα πόδια της. Παρά τη νεαρή της ηλικία, η Μπλερ υπέμενε τις δυσκολίες των γυρισμάτων χωρίς παράπονα. Ο σκηνοθέτης χαμήλωσε τη θερμοκρασία του δωματίου της, έτσι ώστε να φαίνεται η ανάσα των ηθοποιών στην κάμερα και η Μπλερ δεν είπε τίποτα, αν και είχε αρχίσει να σχηματίζεται πάγος πάνω στο νυχτικό της. Δεν γκρίνιαξε ούτε καν όταν τραυμάτισε την πλάτη της, καθώς ανυψωνόταν απ’ το κρεβάτι δεμένη με σχοινιά. Η κινηματογραφική μητέρα της, Έλεν Μπέρστιν, τραυματίστηκε πολύ σοβαρά, όταν γύριζαν τη σκηνή που πετάγεται στον αέρα και χτυπάει στον τοίχο.

Στην ταινία ακούγεται η πραγματική της κραυγή, όταν προσγειώθηκε με όλο της το βάρος στον κόκκυγα. Η Μπλερ ήταν εξαιρετική στο ρόλο και απόδειξη δεν ήταν μόνο η υποψηφιότητες για Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα, αλλά οι έξι σωματοφύλακες που την περιέβαλαν 24 ώρες το 24ωρο. Η έφηβη κοπέλα δεχόταν απειλητικά τηλεφωνήματα, επειδή ο κόσμος πίστευε ότι είχε καταληφθεί από τον Διάβολο.

Η φωνή του δαίμονα

Η «δαιμονισμένη» φωνή του κοριτσιού στην ταινία δεν ανήκε στην Λίντα Μπλερ, αλλά στην ηθοποιό Μερσέντες Μακέμπριτζ. Για να βραχνιάσει τη φωνή της, κάπνιζε δεκάδες τσιγάρα καθημερινά και κατάπινε ωμά αυγά. Δέχθηκε να τη δέσουν σε μια καρέκλα με δεσμά γύρω από το λαιμό της για να ακούγονται πιο ρεαλιστικές οι κραυγές της ενώ πνιγόταν. Η Μακέμπριτζ είχε υπάρξει αλκοολική στο παρελθόν και ήξερε ότι το αλκοόλ προκαλούσε έντονη βραχνάδα στη φωνή της. Συμφώνησε να πιει ουίσκι κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, αλλά μόνο αν βρισκόταν στο χώρο ο πνευματικός της για να της προσφέρει ψυχολογική υποστήριξη.

Ο σκηνοθέτης απέκρυψε τη συμμετοχή της Μακέμπριτζ στην ταινία, γιατί δεν ήθελε να τραβήξει την προσοχή απ’ την νεαρή πρωταγωνίστρια, που όλα έδειχναν ότι θα κέρδιζε Όσκαρ για την ερμηνεία της. Όμως, η Μακέμπριτζ ζήτησε δημόσια απ’ τον Φρίντκιν να αναγνωρίσει τη συμμετοχή και την εξαιρετική ερμηνεία της και η Ακαδημία θεώρησε ότι δεν μπορούσε να δώσει το Όσκαρ στην Μπλερ. Αρκετά χρόνια αργότερα, όταν η Μακέμπριτζ ρωτήθηκε πώς κατάφερε να υποδυθεί τον Διάβολο τόσο πειστικά, απάντησε: «Δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς σκοτεινή πλευρά. Γι’ αυτό ήταν τόσο εύκολο να παίξω των Διάβολο. Ήμουν αρκετά ειλικρινής ώστε να παραδεχτώ ότι υπάρχει ένας διάβολος μέσα μου, τόσο αηδιαστικός όσο και ο ίδιος ο Σατανάς». Στη συνέχεια έκανε μία σύντομη επίδειξη των ικανοτήτων της, που πάγωσε το αίμα του δημοσιογράφου.

Ο αδίστακτος σκηνοθέτης

Η σκηνοθέτης Γουίλιαμ Φρίντκιν ήταν αποφασισμένος να δοκιμάσει τα πάντα για να έχει το πιο ρεαλιστικό αποτέλεσμα και κατάφερε να συγκεντρώσει γύρω του άτομα εξίσου αδίστακτα. Ένα από αυτά ήταν ο μουσικός παραγωγός, Τζακ Νίτζε. Η κραυγή του Πάτερ Κάρρας, όταν πέφτει πάνω του ο πράσινος εμετός της Ρέγκαν, ανήκε στην κοπέλα του Νίτζε. Κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης, η κοπέλα κοιμόταν μπρούμυτα στον καναπέ και μπροστά στο στόμα της είχε τοποθετηθεί ένα μικρόφωνο. Ο Νίτζε πήρε φόρα απ’ την άλλη άκρη του δωματίου, πήδηξε και προσγειώθηκε πάνω της με τα γόνατα. Η φωνή του Κάρρας είναι στην πραγματικότητα η κραυγή πόνου και έκπληξης της κοπέλας. Στο τέλος της ταινίας, παίζει ένας πραγματικός ιερέας που δεν γνώριζε τίποτα από τεχνικές υποκριτικής. Ο ρόλος απαιτούσε να φανεί σοκαρισμένος με τα νέα που του εκμυστηρευόταν ο Πάτερ Κάρρας. Για να βγει πιο ρεαλιστική η ερμηνεία, ο Φρίντκιν τον χαστούκισε ξαφνικά λίγο πριν αρχίσουν να τραβάνε οι κάμερες.

Η «καταραμένη» ταινία Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 19 Ιουνίου του 1973. Οι κινηματογράφοι που έπαιζαν την ταινία ήταν εφοδιασμένοι με ειδικές σακούλες «Εξορκιστή» για τους θεατές που το στομάχι τους δεν άντεχε τη θέα του δαιμονισμένου κοριτσιού. Σε μια από τις πρώτες προβολές της ταινίας, ένας θεατής λιποθύμησε και έσπασε το σαγόνι του χτυπώντας στο μπροστινό κάθισμα. Έξω από πολλές αίθουσες, περίμεναν νοσοκόμοι, έτοιμοι να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες στους θεατές. Ο μύθος της ταινίας εμπλουτίστηκε με τον μυστηριώδη θάνατο εννιά ατόμων που είτε συμμετείχαν στην παραγωγή είτε εμπλέκονταν εμμέσως με την ταινία. Μάλιστα, δύο άτομα ήταν πολύ στενά αναμειγμένοι με την ταινία,  οι ηθοποιοί Τζαν Μαγκόουραν, που υποδύθηκε τον Μπερκ Ντένινγκς και Βασιλική Μαλιαρός, που έπαιξε τη μητέρα του Πάτερ Κάρρας.

«Ιστορία μου, αμαρτία μου»

Η Βασιλική Μαλιαρός ήταν 89 ετών όταν έπαιξε στην ταινία και ο θάνατός της οφειλόταν σε φυσικά αίτια και όχι κάποια μυστήρια δύναμη. Υποδύθηκε τη μητέρα του ελληνικής καταγωγής Πάτερ Κάρρας, ο οποίος την επισκέπτεται στο σπίτι της.

Η ηλικιωμένη γυναίκα μίλησε ελληνικά στο γιο της, αν και με  αμυδρή προφορά και άκουγε έναν ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό της Αμερικής. Κάποια στιγμή, ο σταθμός έπαιξε το τραγούδι «Ιστορία μου, αμαρτία μου» της Ρίτας Σακελλαρίου που κυκλοφόρησε την ίδια εποχή που γίνονταν τα γυρίσματα της ταινίας. Παρακολουθείστε την απρόσμενα «ελληνική» και στοργική σκηνή στο τρομακτικότερο θρίλερ όλων των εποχών.
 
Top