Στο πρώτο μέρος του βιβλίου τουΤζόναθαν Σουίφτ, Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ, ο Λέμιουελ Γκιούλιβερ μετά από 
ένα... ναυάγιο ξεβράζεται στην ακτή μίας παράκτιας πόλης της Λιλιπούπολη, όπου συναντάει τους λιλιπούτειους κατοίκους της, που δεν ξεπερνούν σε ύψος τα 15 εκατοστά.

Μπορεί η Λιλιπούπολη του Σούιφτ να είναι ένα φανταστικό μέρος, ωστόσο, το χωριό Makhunik που βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του Ιράν είναι πραγματικό. Μέχρι και πριν ένα αιώνα, ορισμένοι κάτοικοι του ιρανικού χωριού 1,500 ετών, που βρίσκεται 75χλμ. δυτικά των συνόρων με το Αφγανιστάν, δεν ξεπερνούσαν σε ύψος το ένα μέτρο. Ηταν, δηλαδή, περίπου 50 εκατοστά πιο κοντοί από τον μέσο Ιρανό εκείνη την εποχή.



Το 2005, στην περιοχή βρέθηκε μια σορός μήκους 25 εκατοστών, ταριχευμένη. Η ανακάλυψη αυτή ενδυνάμωσε την πεποίθηση ότι αυτό το απομακρυσμένο μέρος του Ιράν που αποτελείται από 13 χωριά, συμπεριλαμβανομένου και του Makhunik, ήταν κάποτε το σπίτι της αρχαίας «Πόλης των Νάνων». Παρόλο που οι ειδικοί επιμένουν ότι η μούμια ήταν στην πραγματικότητα ένα πρόωρο μωρό που πέθανε πριν από σχεδόν 400 χρόνια, υποστηρίζουν ότι οι προηγούμενες γενιές που κατοικούσαν στο χωριό αυτό ήταν όντως πιο κοντές από το συνηθισμένο.




Μία σημαντική αιτία του χαμηλού ύψους των κατοίκων ήταν ο υποσιτισμός. Η εκτροφή ζώων σε αυτή την άνυδρη, απομακρυσμένη περιοχή ήταν εξαιρετικά δύσκολη, ενώ η καλλιέργεια λαχανικών, σιταριού, κριθαριού και ενός φρούτου που ονομάζεται jujube αποτελούσαν τις μόνες μορφές καλλιέργειας. Οι κάτοικοι του Makhunik συντηρούνται κυρίως με απλά χορτοφαγικά πιάτα όπως το kashk-beneh (φτιαγμένο από ξινόγαλο και μια ποικιλία φιστικιών που μεγαλώνει στα βουνά) και το pokhteek (ένα μείγμα ξηρού ξινόγαλου και λαχανικών).



Αναμφίβολα, η πιο απίστευτη διατροφική «ανωμαλία» είναι η απαξίωση προς το τσάι, χαρακτηριστικό γνώρισμα της ιρανικής κουζίνας και φιλοξενίας. «Όταν ήμουν μικρός, κανένας δεν έπινε τσάι. Αν κάποιος έπινε, οι άλλοι τον κορόιδευαν και έλεγαν ότι ήταν εθισμένος», αναπολεί ο Ahmad Rahnama, αναφερόμενος στο στερεότυπο ότι οι εθισμένοι στο όπιο πίνουν πολύ τσάι. Ο 61χρονος κάτοικος του Makhunik διευθύνει ένα μουσείο, αφιερωμένο στην αρχιτεκτονική και τον παραδοσιακό τρόπο ζωής του χωριού.

Στα μέσα του 20ου αιώνα, η κατασκευή δρόμων και η αύξηση των οχημάτων επέτρεψε στους κατοίκους την πρόσβαση σε συστατικά που βρίσκονταν σε άλλα μέρη του Ιράν, όπως είναι το ρύζι και το κοτόπουλο. «Όταν έφτασαν τα οχήματα, ο κόσμος μπορούσε να μεταφέρει τρόφιμα από τις διπλανές πόλεις, συνεπώς μπορούσαν να φάνε κάτι διαφορετικό από kashk-beneh και ψωμί», ανέφερε ο Rahnam.



Αν και οι σχεδόν 700 κάτοικοι του Makhunik είναι τώρα μεσαίου ύψους, η μνήμη των νάνων προγόνων τους παραμένει ζωντανή. Από τα 200 πέτρινα σπίτια που αποτελούν το αρχαίο χωριό, τα 70 με 80 είναι εξαιρετικά χαμηλά με ύψος μεταξύ 1,5 - 2 μέτρα και με τις οροφές ορισμένων να φτάνουν τα 1,4 μέτρα.


«Ακολούθησα τον Rahnama σε ένα από τα λιλιπούτεια σπίτια του Makhunik. Σκυφτός, πέρασα μέσα από την ξύλινη πόρτα που βρισκόταν στην νότια πλευρά του σπιτιού για να μπαίνει περισσότερο φως και να προστατεύει το μοναδικό δωμάτιο του σπιτιού από τους δυνατούς βοριάδες. Βρέθηκα σε έναν μικρό χώρο γνωστό ως καθιστικό, όπου αναγκάστηκα να καθίσω εξαιτίας της χαμηλής οροφής. Αυτός ο χώρος των 10 - 14τ.μ. αποτελούταν από το kandik (το μέρος όπου αποθήκευαν τα σιτηρά), το karshak (έναν πήλινο φούρνο για το μαγείρεμα) και έναν χώρο για να κοιμηθείς», αφηγείται ο δημοσιογράφος του BBC.



Η κατασκευή των μικροσκοπικών αυτών σπιτιών δεν ήταν εύκολη, καθώς το ύψος των κατοίκων δεν ήταν ο μοναδικός λόγος για το χτίσιμο τέτοιων σπιτιών. Υπήρχε έλλειψη μεγάλων ζώων για να σύρουν τα κάρα και οι δρόμοι δεν ήταν αρκετά καλοί, με αποτέλεσμα οι ντόπιοι να πρέπει να μεταφέρουν τις προμήθειες για το χτίσιμο με τα χέρια για ολόκληρα χιλιόμετρα. Μικρότερα σπίτια σήμαιναν λιγότερα υλικά και συνεπώς λιγότερη κούραση.

Επιπλέον, αν και στενόχωρα, τα μικρά σπίτια ήταν πιο εύκολο να ζεσταθούν. Ακόμη, το μικρό τους μέγεθος τα κάνει να φαίνονται ένα με το τοπίο και συνεπώς δυσδιάκριτα σε ενδεχόμενους εισβολείς.



Σήμερα, η ζωή στο χωριό δεν είναι εύκολη. Η μικρή γεωργία που υπήρχε στο παρελθόν έχει μειωθεί, εξαιτίας της ξηρασίας, αναγκάζοντας τους νεαρούς κατοίκους να ψάξουν αλλού για δουλειά.

«Οι νέοι πηγαίνουν σε κοντινές πόλεις για δουλειά και επιστρέφουν με χρήματα και τρόφιμα. Οι γυναίκες ασχολούνταν με την υφαντουργία, αλλά πέρα από αυτό δεν υπάρχει κάποια άλλη δουλειά», είπε ο Rahnama.

Παράλληλα, αρκετοί είναι οι κάτοικοι που εξαρτώνται ολοκληρωτικά από κρατικά επιδόματα.

Παρά τις αντίξοες συνθήκες, ο Rahnama ευελπιστεί ότι η μοναδική αρχιτεκτονική του χωριού θα προσελκύσει επισκέπτες και ο τουρισμός θα δημιουργήσει περισσότερες νέες θέσεις εργασίας και επιχειρήσεις.
Πηγή
 
Top