Στις 13 Μαϊου του 1999, ένας άνδρας με μπλε στολή ανεβαίνει αργά αλλά σταθερά την νότια πλευρά του Έβερεστ, μαζί με
έναν φίλο του. Θέλει να φτάσει στην κορυφή νωρίς το πρωί και να απολαύσει την θέα από το ψηλότερο σημείο της γης. Μόνο ο κολλητός του Αουγκούστο Ορτέγκα γνωρίζει ότι συνοδεύει στην κορυφή της γης, τον μικρότερο γιο του Σταύρου Νιάρχου, Κωνσταντίνο και έναν από τους πιο πλούσιους ανθρώπους στον κόσμο.
Οι ισοθερμικές στολές τους κρατάνε ζεστούς, αλλά η αναπνοή είναι πολύ δύσκολη στα 8.000 χιλιάδες μέτρα, στα δύο τρίτα του ύψους της τροπόσφαιρας. Ο αέρας είναι αραιός, το οξυγόνο ελάχιστο, οι θερμοκρασίες πολικές και οι δυνατοί άνεμοι καθιστούν την κορυφή του Έβερεστ στα 8.848 μέτρα, ένα από τα πιο αφιλόξενα σημεία του πλανήτη.

Αυτό το σημείο επέλεξε να κατακτήσει σαν ένας ανώνυμος ορειβάτης ο γιος του έλληνα μεγιστάνα, που φρόντισε ώστε η δική του ταυτότητα αλλά και του φίκου του του να παραμείνουν μυστικές. Ο Κωνσταντίνος Νιάρχος δεν ήθελε να γίνει γνωστή η προσπάθειά του στα διεθνή ΜΜΕ τα οποία θα έσπευδαν να καλύψουν ένα θέμα που θα «πούλαγε» τρελά.

Ο γιος ενός από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο, ήθελε να δοκιμάσει τα όριά του, κατακτώντας την κορυφή του κόσμου ανώνυμα, συμμετέχοντας σε μια αποστολή της OTT Expeditions.

Ούτως ή άλλως τα εκατομμύρια της περιουσίας του, δεν είχαν καμία αξία την δεδομένη στιγμή, αφού ο Νιάρχος ήξερε πολύ καλά, ότι δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν σε αυτό το εγχείρημα.

Την προηγούμενη μέρα της ανάβασης κοίταξε αρκετές φορές την κορυφή του Έβερεστ, αυτήν που πάτησε στις 13 Μαΐου του 1999, μαζί με τον Αουγκούστο Ορτέγκα.

Όταν το έκανε κάθισε για λίγα λεπτά κοιτώντας πραγματικά τον κόσμο από ψηλά, χωρίς να νοιάζεται για το απίστευτο κρύο και την έλλειψη του οξυγόνου. Μόλις είχε γίνει ο πρώτος Έλληνας που κατακτούσε το Έβερεστ.



Κόντρα στη λογική
Το γιόρτασε ξεδιπλώνοντας μια μικρή ελληνική σημαία με την οποία φωτογραφήθηκε, πριν αρχίσει η επιστροφή στην βάση, μετά από αυτή την ανεπανάληπτη εμπειρία. Τι κι αν ο άνεμος του «ξύριζε» με παγωμένες ριπές το πρόσωπο; Τι κι αν έκανε μικρά βήματα, τι κι αν ο χρόνος έδειχνε να έχει σταματήσει. Ο Κωνσταντίνος Νιάρχος ήξερε ότι είχε κατορθώσει κάτι που πολύ λίγοι άνθρωποι είχαν πετύχει.

Για να το κάνει βίωσε όλα όσα περνούν όλοι οι ορειβάτες σε τέτοια ύψη. Είχε τις απαραίτητες ζαλάδες, την κούραση που σε καταβάλει, την ανορεξία ενώ δυσκολευόταν να κοιμηθεί, έχοντας όλα τα συμπτώματα που σου υπενθυμίζουν με σκληρό τρόπο ένα πράγμα: Ότι η κορυφή του Έβερεστ δεν είναι καθόλου φιλόξενο μέρος για τον άνθρωπο. Όμως ο μικρότερος γιος του Σταύρου Νιάρχου, είχε αποφασίσει να κάνει την υπέρβαση πριν από πολλούς μήνες, όταν πήρε την απόφαση να πατήσει την κορυφή της «αιώνιας» βουνοκορφής.

Εκείνο το πρωινό της 13ης Μαΐου του 1999, μετά από ημέρες ανάβασης και στάσεων κάθισε ευτυχισμένος στην κορυφή, όχι ως ένας πολύ γνωστός jet setter, αλλά σαν ένας απλός ορειβάτης που εκπλήρωσε ένα όνειρο ζωής, το οποίο κράτησε μυστικό. Είχε φροντίσει επιμελώς ώστε η άφιξη και η παρουσία του στο κρατίδιο του Νεπάλ να μείνει μακριά από την δημοσιότητα μετά από δική του παράκληση στις αρχές του Νεπάλ.
Δεν επιθυμούσε να ακουστεί το παραμικρό γύρω από το ηχηρό του επίθετο κάτι που μπορούσε να προκαλέσει συζητήσεις από τους άλλους αναβάτες για το πως αυτός, ένας πάμπλουτος γόνος αποφάσισε να κατακτήσει το Έβερεστ. Για να το πραγματοποιήσει συμμετείχε στην αποστολή της ΟΤΤ Expeditions, μιας από από τις καλύτερες εταιρίες που ειδικεύονται σε αυτό τον τομέα-δεν λειτουργεί πλέον-και ζήτησε από τους υπεύθυνους απόλυτη εχεμύθεια γύρω από το όνομά του.

Έπραξε το ίδιο και με το υπουργείο Εξωτερικών του Νεπάλ, το οποίο φρόντισε να κρατήσει απόρρητη την λίστα, παρά το γεγονός ότι όλοι ήθελαν να μάθουν τον μυστηριώδη αναβάτη.



Η μεγαλύτερη πρόκληση

Αυτόν που ήρθε απόλυτα προετοιμασμένος για ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, αφού με τον Αουγκούστο είχε ανέβει ένα χρόνο πριν σε δύο κορυφές. Πρώτα στην Cho Oyu του Έβερεστ που υψώνεται στα 8.201 μέτρα ενώ ακολούθησε αυτή στην δεύτερη κορυφή του όρους Delini της Αλάσκας, στα 6.190 μέτρα.

Το Έβερεστ ήταν αναμφίβολα η μεγαλύτερη πρόσκληση της ζωής του και εκτός από την οικογένειά του και δυο φίλους που εμπιστευόταν απόλυτα, δεν ήθελε να γίνει τίποτε γνωστό, πριν πετύχει τον σκοπό του. Μόλις διέσχισε τον παγετώνα Khumbu, ένα αιώνιο κομμάτι πάγου και το πιο δύσκολο μέρος της νότιας διαδρομής για την κορυφή του Έβερεστ, ήξερε πια ότι θα τα καταφέρει.

Όταν πάτησε την κορυφή του, ήθελε όπως και όλοι οι ορειβάτες που το επιτυγχάνουν να μείνει εκεί για πολλή ώρα, μόνο που ήξερε ότι αυτό δεν μπορούσε να συμβεί. Οι πολικές θερμοκρασίες, το αφιλόξενο του τοπίου, ο αέρας, η έλλειψη οξυγόνου και τα χρονικά περιθώρια επιστροφής δεν επιτρέπουν παρά μια ολιγόλεπτη παραμονή.
Γύρισε αργά όπως όλοι, κατεβαίνοντας από βάση σε βάση τρεφόμενος με το λιτό φαγητό των ορειβατών, χωμένος μέσα σε μια σκηνή που την μαστίγωνε ο αέρας το βράδυ, φορώντας την ειδική ισοθερμική στολή. Αναχώρησε όπως αφίχθηκε, αθόρυβα αφού αποχαιρέτησε πρώτα όλους τους υπόλοιπους είκοσι συμμετέχοντες στην αποστολή του και πέταξε μαζί με τον φίλο του Αουγκούστο για το Λονδίνο.



Τις επόμενες ημέρες ένιωθε πολύ χαρούμενος για το επίτευγμά του αυτός ο απρόβλεπτος νέος άνδρας, ο πιο έξυπνος αλλά και ο πιο αυτοκαταστροφικός της δυναστείας των Νιάρχων. Δυστυχώς για όλους όσους τον ήξεραν, δεκαοχτώ ημέρες μετά την κατάκτηση της πιο ψηλής κορυφής του κόσμου φρόντισε να επιβεβαιώσει και το «απαρόβλεπτος» και το «αυτοκαταστροφικός».

Το βράδυ της 31ης Μαΐου, ο βενιαμίν της δυναστείας Νιάρχου «έφαγε» και εισέπνευσε μέσα στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, στο επιβλητικό κτίριο με το νούμερο 33 της Grosvenor Square, ποσότητα κοκαΐνης ικανής να σκοτώσει εικοσιπέντε άτομα. Λίγα 24ωρα μετά την φυγή του οι φίλοι του ορειβάτες έμαθαν το νέο και όπως είπαν συγκινημένοι ο φίλος τους Κωσταντίνος πέρασε για πάντα στην ζώνη του θανάτου.

Πρόλαβε να ζήσει μόλις τριάντα εφτά χρόνια.

Πηγή
 
Top