Η WADA την αναζήτησε τρεις φορές μέσα σε 12 μήνες (η τελευταία ήταν στις 28 Μαρτίου) για ντόπινγκ-κοντρόλ. Η 22χρονη
Ολυμπιονίκης της κολύμβησης, Ρούτα Μεϊλουτίτε, δεν βρέθηκε πουθενά, κι όλοι σκέφτηκαν το προφανές: ότι κρύφτηκε για να αποφύγει τον έλεγχο. 

Ωσπου, την περασμένη Παρασκευή, ο πρώην προπονητής της, Ντέιβ Σάλο, έδωσε στην υπόθεση μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Τη λιθουανή πρωταθλήτρια, μάλλον δεν θα την ξαναδούμε στις πισίνες. Τη νίκησε η κατάθλιψη. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου, το 2012, ήταν «παιδί – θαύμα». 

Σε ηλικία μόλις 15 ετών κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στα 100 μέτρα πρόσθιο. Την επόμενη χρονιά πέτυχε τρία παγκόσμια ρεκόρ. Ενα από αυτά (στα 100 μέτρα 25άρας πισίνας), ακόμη δεν έχει καταρριφθεί. 

Αλλά, αμέσως μετά, άρχισε ο κατήφορος. Στο Ρίο ντε Τζανέιρο τερμάτισε έβδομη, ενώ τα ατομικά της ρεκόρ δεν έχουν βελτιωθεί από τότε που ήταν 16 ετών. Από τότε που, όπως έχει αποκαλύψει η ίδια, όλοι απαιτούσαν να είναι -παντού και πάντα- πρώτη. 

Οι προσδοκίες ήταν πολύ βαριές για τους ώμους ενός παιδιού. Το 2016 η Ρούτα πρόσθεσε το όνομά της στον μακρύ κατάλογο των αθλητών και αθλητριών που έχουν παραδεχθεί ότι παλεύουν με το «τέρας» της κατάθλιψης. Ιδίως στην κολύμβηση, το φαινόμενο έχει λάβει διαστάσεις επιδημίας. 

Το πιο πρόσφατο κρούσμα ήταν η αποχώρηση της Μίσι Φράνκλιν από τον υγρό στίβο, τον Δεκέμβριο του 2018. 

Ο «θηλυκός Φελπς», όπως την αποκαλούσαν στις ΗΠΑ, τα παράτησε στα 23. Υπέφερε και από τραυματισμούς, όμως ήταν η ψυχή της που δεν άντεξε. Υπάρχουν και (πολύ) χειρότερα

. Τον περασμένο Μάρτιο η 23χρονη Κέλι Κάτλιν, αργυρή Ολυμπιονίκης στο Ρίο ντε Τζανέιρο και τρεις φορές παγκόσμια πρωταθλήτρια (2016, 2017, 2018) στην ποδηλασία, βρέθηκε νεκρή από τη συγκάτοικό της στον κοιτώνα του Πανεπιστημίου Στάνφορντ. 

Σύμφωνα με τον πατέρα της η άτυχη κοπέλλα ένιωθε μεγάλη πίεση, προσπαθώντας να συνδυάσει τον υψηλό αθλητισμό με το μεταπτυχιακό της σε ένα τόσο απαιτητικό εκπαιδευτικό ίδρυμα. Η νεαρή Αμερικανίδα ήταν το καμάρι των προπονητών της στο ομαδικό πουρσουί, των καθηγητών της στην Υπολογιστική και Μαθηματική Μηχανική, των δασκάλων της στην κινεζική γλώσσα και το βιολί, και -φυσικά- της οικογένειάς της. Εκανε ό,τι μπορούσε, ώστε να είναι όλοι ευχαριστημένοι.
 Αλλά, όπως είπε η αδελφή της, Κριστίν, στο τέλος «δεν άντεξε την άψογη ζωή που ο περίγυρός της, τής ζητούσε να ζήσει». Περίπου εκείνες τις μέρες ο κομισάριος του ΝΒΑ, Ανταμ Σίλβερ, έκλεινε το διήμερο συνέδριο για τις τεχνολογικές εξελίξεις στα σπορ -«MIT Sloan Sports Analytics Conference»-, το οποίο διοργανώνει κάθε χρόνο το διάσημο πανεπιστήμιο της Μασσαχουσέτης, με μια εκτενή αναφορά σε αυτή τη σύγχρονη μάστιγα του αθλητισμού: 

«Το ΝΒΑ είναι μελαγχολικό μέρος. Πολλοί παίκτες είναι δυστυχισμένοι, παρά την οικονομική ευημερία της λίγκας και των ίδιων. Ο κόσμος κρίνει από τη φήμη, τα χρήματα (ο μέσος όρος των ετησίων αποδοχών είναι τα επτά εκατομμύρια δολάρια) και όλα τα προνόμια που απολαμβάνει ένας ΝΒΑer, όμως στην πραγματικότητα πολλοί από αυτούς τους νέους άνδρες είναι δυστυχείς».

 Μέχρι πρότινος γνωρίζαμε ότι η κατάθλιψη «χτυπά» αθλητές που εγκαταλείπουν τη δράση. Έρευνα της Παγκόσμιας Ένωσης Ποδοσφαιριστών σε 11 χώρες κατέδειξε πως ένας στους τρεις παλαιμάχους πέφτει σε μελαγχολία, ή και σε βαριά κατάθλιψη, όταν αποσύρεται από τα γήπεδα.
 Δεν μπορεί να κοιμηθεί, το ρίχνει στο ποτό, ή προκαλεί εντάσεις στο περιβάλλον του. Αλλά, αυτός ο εφιάλτης αφορά, πλέον, και τους εν ενεργεία αθλητές. Μάλιστα, της «ελίτ» των σπορ. Ολων των σπορ. 
Ο Guardian δημοσίευσε δυο σχετικές έρευνες. Η πρώτη έγινε σε δείγμα 50 κολυμβητών, που διεκδικούσαν θέσεις στους Ολυμπιακούς Αγώνες και στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Επτά στους δέκα ήταν επίφοβοι για σοβαρό καταθλιπτικό επεισόδιο. 

Η δεύτερη, σε 384 (επαγγελματίες) ποδοσφαιριστές, που αγωνίζονται στην Ευρώπη. Τέσσερις στους δέκα είχαν συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης. Τον Φεβρουάριο του 2018, λίγες ώρες πριν από το All-Star Game του NBA, ο σούπερ-σταρ των Ράπτορς, ΝτεΜάρ ΝτεΡόζαν, είχε αποκαλύψει στον προσωπικό του λογαριασμό στο Twitter, που αριθμούσε 610.000 ακόλουθους, τη μάχη που έδινε με την κατάθλιψη. 

Εκείνη τη σεζόν ένας άλλος επιφανής NBAer, ο άσος των Καβαλίερς, Κέβιν Λοβ, αφηγήθηκε σε δημοφιλή ιστότοπο των ΗΠΑ την κρίση πανικού που έπαθε στη διάρκεια ενός παιχνιδιού: «Καθόμουν στον πάγκο, δεν άκουγα σχεδόν τίποτα απ’ όσα έλεγε ο κόουτς, κι ένιωθα την καρδιά μου να χτυπά ασυνήθιστα δυνατά. Ολα γύριζαν, ο αέρας έγινε πιο λίγος. Δεν μπορούσα να μπω στο παιχνίδι, νόμιζα ότι πέθαινα». Ο Μάρκους Μόρις μίλησε στο ESPN για το πώς πολλοί συνάφελφοί του προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την κατάθλιψη μέσα από το αλκοόλ και τις ουσίες. Κι έτσι γίνονται επιθετικοί και, ταυτοχρόνως, ευαίσθητοι. Αυτοκαταστροφικοί.

 Η περίπτωση του Τάιλερ Χάνεϊκατ είναι, ίσως, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σύμφωνα με τον βοηθό προπονητή των Χιούστον Ρόκετς, Τζον Λούκας, τέσσερις στους δέκα παίκτες του ΝΒΑ πάσχουν από κατάθλιψη. Γι’ αυτό και οι ομάδες, πλέον, εξετάζουν την ψυχική υγεία των αθλητών με τους οποίους σκοπεύουν να συνεργαστούν. Ολο και περισσότεροι «αστέρες» των σπορ, τα τελευταία χρόνια, μιλούν ανοιχτά για το πρόβλημά τους. 

Η Σερίνα Ουΐλιαμς, ο Ιαν Θορπ, ο Μάικλ Φελπς, ο Μάικ Τάισον, ο Τζιανλουΐτζι Μπουφόν… 
Παλαιότερα, σχεδόν κανείς δεν το τολμούσε. Μια τέτοια παραδοχή θα πρόδιδε αδυναμία. Θα μουτζούρωνε την εικόνα του άτρωτου, που θέλουν να βλέπουν οι οπαδοί (και οι χορηγοί). Γι’ αυτό, ο κόσμος «έπεφτε από τα σύννεφα», κάθε φορά που μάθαινε για κάποιους που «λύγισαν». 
Η περίπτωση του 32χρονου γερμανού γκολκίπερ, Ρόμπερτ Ενκε, ο οποίος στις 10 Νοεμβρίου 2009 έβαλε τέλος στη ζωή του, πέφτοντας στις ράγες του τρένου, άρχισε να αλλάζει τη βαθιά ριζωμένη αντίληψη πως οι δημοφιλείς και καλοπληρωμένοι αθλητές δεν έχουν… δικαίωμα στη δυστυχία. Εκείνη την εποχή, ο Γιόζιπ Σίμουνιτς (παίκτης του Αμβούργου) έγινε ο πρώτος εν ενεργεία ποδοσφαιριστής που παραδέχθηκε -στην Bild- ότι έπασχε από κατάθλιψη: 

«Υπήρξε ένα διάστημα που δεν κατάφερα να κοιμηθώ για επτά συνεχόμενες μέρες. Ηθελα να σταματήσω το ποδόσφαιρο, μιας και ήμουν εξαντλημένος, ψυχικά και σωματικά. Θα πρέπει όλοι να καταλάβουν ότι οι αθλητές είναι άνθρωποι από σάρκα και αίμα, όπως οποιοσδήποτε άλλος. Εχουμε κι εμείς αδυναμίες»

Από το τούνελ της κατάθλιψης έχουν περάσει «γίγαντες» των σπορ. Ο Τέρι Μπράντσο, που είχε οδηγήσει τέσσερις φορές την ομάδα του στο Superbowl, περνούσε τη μέρα στο κρεβάτι του, κλαίγοντας. 

Ο Μπάρετ Ρόμπινσον αποπειράθηκε να βάλει τέλος στη ζωή του την παραμονή του Superbowl του 2002. Ο παγκόσμιος πρωταθλητής στο πατινάζ ταχύτητας, Τζιμ Σι, έπασχε από ανηδονία. Οπως εξομολογήθηκε μετά το τέλος της καριέρας του, «εάν κέρδιζα το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο και το Λόττο την ίδια μέρα, δεν θα ένιωθα το παραμικρό συναίσθημα». 

Ο άλλοτε αρχηγός της Αρσεναλ, Τόνι Ανταμς, ίδρυσε ένα κέντρο ψυχολογικής υποστήριξης για ποδοσφαιριστές. Ο Τζιανλουΐτζι Μπουφόν έγραψε βιβλίο για τη μάχη του με την κατάθλιψη. 

Ο Περ Μέρτεζακερ είχε εξομολογηθεί στο Spiegel, το 2018, το άγχος που τον διακατείχε πριν από τα καθοριστικά ματς: «Υπάρχει τόση πίεση, πια, που προτιμώ να κάθομαι στον πάγκο ή στην εξέδρα, παρά να αγωνίζομαι. Πολλές φορές πριν από τα παιχνίδια κάνω εμετό ή έχω διάρροια. Αλλά και μετά τη λήξη τους, συχνά έχω ζαλάδες». Είναι πολλά, αυτά με τα οποία οι κορυφαίοι αθλητές καλούνται να παλέψουν. Η αβέβαιη εξέλιξη της καριέρας τους. 

Οι τραυματισμοί. Οι διαρκείς αλλαγές στο εργασιακό τους περιβάλλον (άλλη πόλη, καινούργιος προπονητής, νέοι συμπαίκτες). Οι μεγάλες προσδοκίες των «φαν» τους, αλλά και εκείνων που τους χρυσοπληρώνουν – ομάδων, ή χορηγών. Τα εκατομμύρια που διακυβεύονται, πλέον, στα σπορ – ένα «δηλητηριασμένο δισκοπότηρο», όπως έγραψε ένας ανώνυμος ποδοσφαιριστής στον Guardian. Οι αποτυχίες τους, που τα social media μεγεθύνουν ακόμη περισσότερο. Η δημοσιότητα, που δυσκολεύονται να διαχειριστούν. Σύμφωνα με σχετική έρευνα (Τεχνικό Πανεπιστήμιο Μονάχου, 2016) όσοι ασχολούνται με ατομικά αθλήματα έχουν μεγαλύτερη τάση για κατάθλιψη. Αλλά, στις μέρες μας, ακόμη και στα ομαδικά σπορ οι αθλητές είναι μοναχικοί καβαλάρηδες.

 Ο κομισάριος Σίλβερ μοιράστηκε με το κοινό, στην αίθουσα του ΜΙΤ, το παράπονο που του εξέφρασε ένας διάσημος ΝΒΑer: «Την εποχή του Μάικλ Τζόρνταν οι τίτλοι κερδίζονταν στο πούλμαν. Τώρα δεν υπάρχει συντροφικότητα. Ολοι φορούν τα ακουστικά τους. Από το αεροπλάνο μέχρι το γήπεδο, πολλές φορές δεν βλέπω άνθρωπο μπροστά μου. Πάω στο δωμάτιό μου, παραγγέλνω room service και βγαίνω μόνο για να πάω στο ματς».

 Πηγή: Protagon.gr
 
Top