Λες και το έχει η... μοίρα της, η «Βαράγκης», η εταιρία της οικογένειας που έγινε συνώνυμη με το ποιοτικό έπιπλο στην Ελλάδα, βιώνει
τις σημαντικότερες στιγμές της ιστορίας της σε παλάτια. Από την εντολή του βασιλιά Γεωργίου του Ά να επιπλώσει τα νεόκτιστα ανάκτορα του Τατοΐου, μέχρι την υπαγωγή στον Πτωχευτικό Κώδικα και τη συμφωνία εξυγίανσης με κεφάλαια από «γαλαζοαίματους» του Περσικού Κόλπου, η ιστορία της διάσημης επιπλοποιίας πάντα γραφόταν στα μεγάλα σαλόνια.

Σήμερα, η τέταρτη γενιά της οικογένειας, ο Δημήτρης Βαράγκης, ετοιμάζεται να ξαναγράψει την ιστορία. Να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο, βάζοντας σε εφαρμογή ένα σχέδιο, το οποίο επεξεργαζόταν πολύ καιρό τώρα. Με την είσοδο του επενδυτή από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η «Βαράγκης» θα κάνει ένα «restart», αφήνοντας στο παρελθόν τις πωλήσεις στην Ελλάδα και επικεντρώνοντας στις διεθνείς πωλήσεις, κυρίως στη Μέση Ανατολή.

Στο μυαλό του Βαράγκη


Το σχέδιο του Δ. Βαράγκη -εάν, βέβαια, εγκριθεί η συμφωνία εξυγίανσης που κατέθεσε η εταιρία- μοιάζει τόσο απλό, όσο το περιέγραφε, αρκετά χρόνια πριν, όταν ξέσπαγε η κρίση στην Ελλάδα, στον πατέρα του: Η «Βαράγκης», θα εξυγιανθεί οικονομικά και θα λυθεί, με τα περιουσιακά της στοιχεία να περιέρχονται σε ένα νέο σχήμα, στο οποίο θα μετέχει ο επενδυτής και, φυσικά, η οικογένεια, με μικρότερο ποσοστό.
Το εργοστάσιο στο Σχηματάρι θα συνεχίσει να αποτελεί την παραγωγική βάση της εταιρίας, όμως τώρα αυτή θα δραστηριοποιείται αποκλειστικά στην ανάληψη μεγάλων projects στις αραβικές χώρες, όπου έχει «χτίσει όνομα», μέσω των θυγατρικών της. Και έτσι, θα συνεχίσει να γράφεται ιστορία σε ξύλο, «δια χειρός Βαράγκη», όπως έλεγε και το μότο της εταιρίας, αρκετά χρόνια πριν.

Επί της ουσίας, ο Δημήτρης Βαράγκης επιστρέφει την εταιρία εκεί όπου ξεκίνησε, γνωρίζοντας τις μεγάλες δόξες.
Από τα σαλόνια, δηλαδή, στα... σαλόνια, με τη διαφορά ότι τώρα οι πελάτες δεν είναι εύποροι Έλληνες και βασιλιάδες, αλλά ζάμπλουτοι Άραβες και μέλη βασιλικών οικογενειών χωρών του Περσικού κόλπου. Άλλωστε, αυτό «υπαγόρευε» και η πορεία της εταιρίας.

Το μικρό εργαστήρι των 60 τ.μ. που άνοιξε το 1900 ο Ναξιώτης Θεμιστοκλής Βαράγκης μαζί με τον φίλο του, Δημήτρη Αθηναίο, στη γωνία των οδών Πινακωτών και Σόλωνος, δεν «κράτησε» απλά.
Για περισσότερο από έναν αιώνα, μετατράπηκε σε σύμβολο κοινωνικού status και γούστου. Και, μπήκε στα σαλόνια, κυριολεκτικά.

Από το ανάκτορο του Τατοϊου, στο Μέγαρο Μαξίμου, στο Κινγκ Τζορτζ, το Ακροπόλ, το Ζόναρς και την Παλιά Βουλή
, μέχρι υπερπολυτελείς θαλαμηγοί και γιγαντιαίες επαύλεις στον αραβικό κόσμο είναι επιπλωμένες «δια χειρός Βαράγκη».
Όμως, όσο λεπτεπίλεπτο γούστο και αν έχει η οικογένεια Βαράγκη, τόσο σκληροτράχηλη αποδεικνύεται. Κάτι που διατρανώνει ο σημερινός επικεφαλής της εταιρίας, Δημήτρης Βαράγκης, που πήρε τα ηνία στα χέρια του, από τον πατέρα του, Θεμιστοκλή (εγγονό του ιδρυτή):

«Η εταιρία Βαράγκης», είπε ο Δημήτρης Βαράγκης, «έχει περάσει εμφυλίους πολέμους, παγκόσμιους πολέμους, κρίσεις στην αγορά. Η μοναδικότητά της είναι ότι σε περιόδους δύσκολες είχε την δυνατότητα να αναβαπτίζεται με νέες αρχές και νέα δεδομένα».
Και όντως: Την περασμένη εβδομάδα, η Βαράγκης κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών τη συμφωνία εξυγίανσής της (θα συζητηθεί στις 10 Οκτωβρίου). Η συμφωνία, στην οποία κατά 80% μετέχουν στρατηγικό επενδυτικό σχήμα από τον Περσικό Κόλπο -και συγκεκριμένα από τα ΗΑΕ- και οι πιστώτριες τράπεζες Alpha Bank και Eurobank, προβλέπει ότι θα δημιουργηθεί νέος φορέας, στον οποίο θα μεταφερθούν οι δραστηριότητες της εταιρίας και το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών της στοιχείων έναντι τιμήματος 2,595 εκατ. ευρώ και της ανάληψης μέρους των υποχρεώσεών της.

Το είχε διαβλέψει

Αν είναι κάτι για το οποίο μπορεί να περηφανεύεται ο Δημήτρης Βαράγκης, είναι ότι υπήρξε διορατικός. Διέβλεψε ότι η ελληνική αγορά «πεθαίνει» και στράφηκε στην αγορά του Περσικού Κόλπου. Έτσι, μπορεί ο δανεισμός να έφερε στο «χείλος του γκρεμού» τη «Βαράγκης» στην Ελλάδα, όμως στις αραβικές χώρες, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ, το Ομάν, το Κατάρ, η εταιρία «τρέχει» ήδη projects τα οποία θα μπορούσαν -θεωρητικά- να τον υπερκαλύψουν.

Αυτός είναι και ο λόγος που το εργοστάσιο της εταιρίας που είδε τα «σαγόνια» της πτώχευσης, στο Σχηματάρι, δουλεύει αδιάκοπα για να ανταποκριθεί στη ζήτηση. Όχι από την Ελλάδα, όπου πλέον οι πωλήσεις δεν ξεπερνούν το 2% των συνολικών πωλήσεών της, αλλά για projects που «τρέχει» μέσω των θυγατρικών.

Από αυτές τις θυγατρικές, άλλωστε, βρέθηκε και ο επενδυτής, ο οποίος διαθέτει τα κεφάλαιά του έχοντας την εμπειρία της συνεργασίας με την οικογένεια. Στον αραβικό κόσμο, άλλωστε, ο Βαράγκης έχει «καλό όνομα». Από τη θυγατρική στο Άμπου Ντάμπι (Varangis Turnkey Interior Project LLC) που ίδρυσε οκτώ χρόνια πριν, με τη συμμετοχή Άραβα επενδυτή και, την VarangisQatar WLL στη Ντόχα, με Καταριανούς επενδυτές.
Από τα projects αυτά επαναλειτούργησε και λειτουργεί το εργοστάσιο στο Σχηματάρι και από τις δραστηριότητες αυτές η εταιρία αποδείχθηκε «πολύ σκληρή» για να χρεοκοπήσει, βρίσκοντας στρατηγικό επενδυτή.

Μεταξύ άλλων, ο Δημήτρης Βαράγκης «τρέχει» μέσω των θυγατρικών που ίδρυσε εκεί, μεγάλο έργο της National Bank of Kuwait, έργο εσωτερικής διαμόρφωσης θαλαμηγού της βασιλικής οικογένειας μήκους 45 μέτρων στο Al Khor του Κατάρ (αξίας 4,2 εκατ. ευρώ), αρχιτεκτονικές μελέτες επτά παλατιών στην Ντόχα του Κατάρ (έργο αξίας 1,2 εκατ.) και έπεται η υλοποίηση διαμόρφωσης των έργων αυτών με ξυλουργικές κατασκευές και έπιπλα (έργο αξίας 24,1 εκατ.) και έργο εσωτερικής διαμόρφωσης και επίπλωσης δύο ιδιωτικών κατοικιών στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (έργο αξίας 1,7 εκατ.).

Σχεδόν νομοτελειακά λοιπόν, ο επενδυτής που θα «σώσει» τη Βαράγκης, θα ερχόταν από την περιοχή. Με λύπη του, ο Δημήτρης Βαράγκης έβλεπε ότι στην Ελλάδα, όσο φούντωνε η κρίση, όχι μόνο δεν έρχονταν πελάτες για να αγοράσουν, αλλά γινόταν ακριβώς το αντίθετο: Κάποιοι, που είχαν αγοράσει έπιπλα «δια χειρός Βαράγκη», πήγαιναν στην εταιρία και ζήταγαν να τους τα αγοράσει, ώστε να βρουν λεφτά για να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους.

Ακολουθώντας τις συμβουλές του πατέρα του, που, αν δε γινόταν επιπλοποιός, θα γινόταν ναυτικός, όπως έχει δηλώσει, ο Δ. Βαράγκης έκανε πράξη το «ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται».

Όχι μόνο δεν έκρυψε το πρόβλημα κάτω από το χαλί, αλλά το ανέδειξε ώστε να κλείσει όλες τις εκκρεμότητες και να ανοίξει ο δρόμος για περαιτέρω ανάπτυξη στο εξωτερικό. «Στις καλές ημέρες όλες οι επιχειρήσεις και όλοι οι επιχειρηματίες καλοί είναι. Το θέμα είναι στις δύσκολες περιόδους πώς μπορούν να ανταποκριθούν και να λύσουν προβλήματα που πολλές φορές είναι αδιέξοδα», εξηγεί ο ίδιος.

Γιατί, η εταιρία έχει 17,9 εκατ. ευρώ σύνολο υποχρεώσεων (εκ των οποίων 12,036 εκατ. σε δάνεια) και γράφει ζημιές, με αποτέλεσμα, όχι μόνο τα προβλήματα ρευστότητας, αλλά και την αδυναμία εξασφάλισης των εγγυητικών για να παίρνει έργα και προκαταβολές για να τα εκτελεί στον Περσικό.

Ετσι, η υπαγωγή στη διαδικασία εξυγίανσης με δικαστική επικύρωση ήταν μονόδρομος για να βγει από το αδιέξοδο. Βεβαίως και την επόμενη μέρα, μετά από την έξοδο από το ΧΑ και το restart, αυτό που έχει διασφαλίσει ο Δημήτρης Βαράγκης, είναι η συμμετοχή της οικογένειας στην εταιρία, αλλά και η συνέχισης της παραγωγικής δραστηριότητας στο Σχηματάρι. Το «κεφάλαιο» άλλωστε, είναι το όνομα και το know how της οικογένειας, την οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει «εφευρέτες του ξύλου».

Βαριά ιστορία


Η Βαράγκης έχει βαριά ιστορία, με πολλές επιτυχίες, αλλά και πολλές δύσκολες στιγμές. Η ιστορία αρχίζει όταν ο απόφοιτος της Διπλάρειου, Δ. Βαράγκης ανοίγει, με τον Δ. Αθηναίου, το μικρό επιπλοποιίο στη Σόλωνος που εισάγει το πάντρεμα του κλασικού με τις νέες τάσεις του επίπλου στην Ευρώπη. Μετά από τη δουλειά στα καινούρια ανάκτορα (έπιπλα, επιτοίχια και πατώματα), ο Βαράγκης παίρνει μεγάλη φήμη. Έτσι, το 1917, το εργαστήρι γίνεται εργοστάσιο, στην οδό Λεωνιδίου 17, στον Βοτανικό. Την ίδια χρονιά, η σκυτάλη περνά στον Νικόλαο Αθηναίου και τον Δημήτρη Βαράγκη, τους απογόνους των ιδρυτών.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1922, όταν το εργοστάσιο μεταφέρεται στην Ιερά Οδό, εγκαινιάζει την εποχή του «νέου επίπλου» και οι δημιουργίες τους μπαίνουν σε όλα τα μεγάλα σαλόνια της Αθήνας, στα ξενοδοχεία «Μεγάλη Βρετανία», «Κινγκ Τζορτζ», «Ακροπόλ», στον Ορφέα, στου Ζόναρς, στο Μέγαρο Σταθάτου, στην Παλιά Βουλή.


Ακόμα και όταν έρχεται ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η εταιρία συρρικνώνεται, αλλά δεν κλείνει. Και τότε ο κόσμος που παντρευόταν και ήθελε καινούρια κρεβατοκάμαρα, πήγαινε στον Βαράγκη. Το ‘55, μετά τον θάνατο του ιδρυτή, αναλαμβάνει ο εγγονός του, Θεμιστοκλής, ο οποίος θα εγκαινιάσει ένα νέο εργοστάσιο στην Πεύκη.

Το 1969 ιδρύθηκε η εταιρία Βαράγκης ΑΒΕΠΕ, ενώ το 1970 γίνεται το μεγάλο άλμα στο εξωτερικό με το άνοιγμα καταστήματος στο Παρίσι. Το ‘88 η εταιρία πέρασε στην τέταρτη γενιά Βαράγκη, η οποία την εισήγαγε στην Παράλληλη Αγορά του Χ.Α. Οι παραγωγικές εγκαταστάσεις μεταφέρθηκαν σε ιδιόκτητους χώρους στο Σχηματάρι Βοιωτίας και η έδρα της εταιρίας μεταφέρθηκε στο Μαρούσι.


ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΠΟΥ ΠΗΡΑΝ ΤΑ ΑΛΛΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Οι... άλλοι Βαράγκηδες

Σε μια οικογένεια με τόσο βαρύ όνομα στο interior design, η οποία διατηρεί μια διαδρομή για περισσότερα από 120 χρόνια, θα ήταν απίθανο κάποια από τα μέλη της να μην έχουν τραβήξει διαφορετικούς δρόμους. Έτσι, σήμερα, έπιπλα και στοιχεία διακόσμησης εσωτερικών χώρων «δια χειρός Βαράγκη», μπορεί να βρει κανείς από διαφορετικές... πηγές.

Ο Θεμιστοκλής Βαράγκης κράτησε την επιχείρηση που είχε ιδρύσει ο παππούς του, ενώ ο αδερφός του, Λεωνίδας, αναζήτησε την τύχη του, ανοίγοντας το δικό του εργοστάσιο επίπλων. Η επιπλοποιία «Λεωνίδας Βαράγκης» συνεχίζει να λειτουργεί ως σήμερα από την επόμενη γενιά. Το 2000, η κόρη του Λεωνίδα Βαράγκη, Ρόζη, αφού εργάστηκε στην οικογενειακή επιχείρηση (από το 1988) αποφάσισε να ανοίξει το προσωπικό της γραφείο Μελετών Ειδικών Κατασκευών. Σήμερα, η Ρόζη Βαράγκη διατηρεί παραδοσιακό εργαστήριο που αναλαμβάνει την χειροποίητη κατασκευή αλλά και επισκευή επίπλων, καθώς και το interior design, αναλαμβάνοντας τη διακόσμηση ξενοδοχείων και villas.

Όμοια η ιστορία και στην οικογένεια του Θεμιστοκλή Βαράγκη. Τα παιδιά του, η Λευκή και ο Δημήτρης, μπήκαν στην επιχείρηση, αλλά μόνο ο δεύτερος έμεινε, αφού η κόρη αποχώρησε μετά από λίγο καιρό.

Σήμερα, ο Δημήτρης Βαράγκης καμαρώνει την 26χρονη κόρη του, Δανάη (η οποία πρωταγωνίστησε σε καμπάνιες της οικογενειακής επιχείρησης) να τραβάει τον δικό της δρόμο και να έχει γίνει ήδη μια επιτυχημένη επιχειρηματίας. Μόνιμη κάτοικος Λονδίνου, η Δανάη, δεν είναι απλά άλλη μια γνωστή φασιονίστα και infuencer με εντυπωσιακή εμφάνιση.

Είναι ιδρύτρια του DV Closet, ενός app που η ίδια περιγράφει ως «Uber για τη μόδα». Το concept, φέρνει σε άμεση επαφή τους στυλίστες με τους χρήστες της πλατφόρμας και ξεκίνησε με crowdfunding από το kickstarter για να καταλήξει στο να εξελιχθεί σε μια πλατφόρμα με τεράστια επιτυχία στην Αγγλία και τις ΗΠΑ.

Ο ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΠΟΥΕΜΦΥΣΗΣΕ ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΓΕΝΙΑ

Στη «ρότα» που χάραξε ο «πατριάρχης»Ο Θεμιστοκλής Βαράγκης ήταν πάντα άνθρωπος χαμηλών τόνων και υψηλής αποτελεσματικότητας. Ποτέ δεν του άρεσαν οι επιδείξεις πλούτου, απέφευγε τη Μύκονο και τα κοσμικά πάρτι και προτιμούσε να οργώνει το Αιγαίο με το ιστιοπλοϊκό του, την Ελενάρα, ή να ξεκουράζεται στη Grande Dame, το ιστορικό σπίτι του Ανδρέα Μιαούλη στην Ύδρα, το οποίο πούλησε πριν από λίγους μήνες.

Πρωταρχικά βέβαια, από τα μέσα της δεκαετίας του ‘50, όταν ανέλαβε την εταιρία, από τον πατέρα του, μέχρι να την παραδώσει στο γιο του, Δημήτρη, φρόντιζε να συνεχίσει η «Βαράγκης» στη ρότα που είχε χαράξει ο παππούς του, ο ιδρυτής της. Να παράγει, δηλαδή, ποιοτικά, υψηλής αισθητικής έπιπλα και να επεκτείνεται διαρκώς.

Γι’ αυτό, παρά τον αυξανόμενο ανταγωνισμό από τις ξένες αλυσίδες που έφεραν φτηνά έπιπλα και τις αλλαγές των οικονομικών συνθηκών, δεν επέτρεψε ποτέ να γίνει οποιαδήποτε «έκπτωση» στα υλικά που χρησιμοποιούνται, ούτε και, φυσικά, στο στυλιστικό κομμάτι, καθώς, όπως του είχε μάθει ο παππούς του, ο επιπλοποιός, ως γλύπτης, θα βάλει πάντα τη δική του «πινελιά» στη δημιουργία που θα προκύψει.

Με αυτό το δόγμα, αλλά και της επιμονής, της ασταμάτητης δουλειάς και του αγώνα μέχρι τελικής πτώσης για να συνεχιστεί η ιστορία που ξεκίνησε ο Θεμιστοκλής Βαράγκης, εμφύσησε και τη νέα γενιά.

Και, είναι χαρακτηριστικό ένα περιστατικό που συνήθιζε να διηγείται ο Θεμιστοκλής Βαράγκης στον γιο του, Δημήτρη, για να του εμφυσήσει το δόγμα του. Το 1972 κάηκε το εργοστάσιο στην Πεύκη, ολοσχερώς.
Το κτίριο κατέρρευσε. Τρεις μέρες αργότερα, η εταιρία βγήκε με μια διαφήμιση που έλεγε «Η φωτιά που μας καίει». Με άδεια από το Δήμο, η Βαράγκης δούλευε κυριολεκτικά στο δρόμο. Ήταν τέτοια η φωτιά της δημιουργίας που έκαιγε, που, σε μόλις 40 ημέρες ξαναχτίστηκε το εργοστάσιο. Ίσως αυτή τη «φωτιά» να έχει μέσα του και σήμερα ο Δημήτρης Βαράγκης...
 
Top