Το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα συνεχίζεται και μάλιστα οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Το 2018 χάθηκε ένας πληθυσμός όσο η Καρδίτσα! Τα συγκλονιστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και η ανάλυση του Βύρωνα Κοτζαμάνη, Καθηγητή Δημογραφίας ο οποίος μιλάει στον News 24/7.

Ως βραδυφλεγή δημογραφική βόμβα για τη χώρα μας ερμηνεύουν ειδικοί επιστήμονες το νέο αρνητικό ρεκόρ που σημειώθηκε στον αριθμό των γεννήσεων το 2018. Το αρνητικό ισοζύγιο που καταγράφηκε στην Ελλάδα για όγδοη συνεχόμενη χρονιά στον αριθμό των γεννήσεων σε σχέση με τους θανάτους θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε συρρίκνωση του Έθνους, η οποία εκτιμάται πλέον ότι είναι μη αναστρέψιμη.

Σε δηλώσεις του στο News 24/7 ο Βύρων Κοτζαμάνης, Καθηγητής Δημογραφίας, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, τονίζει ότι η συρρίκνωση αυτή θα συνεχιστεί τουλάχιστον έως το 2050 και φαντάζει μη αναστρέψιμη: «Στην Ελλάδα η γονιμότητα των γενεών φθίνει διαρκώς. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τα αρνητικά μεταναστευτικά ισοζύγια των τελευταίων ετών, οδήγησε μετά το 2010 αρχικά στην ανακοπή της αύξησης του πληθυσμού μας και εν συνεχεία στη μείωσή του, η οποία πιθανότατα θα συνεχισθεί μέχρι και το 2050» υπογράμμισε.

Παραθέτοντας στοιχεία από την έρευνά του, ο καθ. Κοτζαμάνης επισημαίνει: «Το δημογραφικό «πρόβλημα» στην Ελλάδα συζητείται, ως γνωστόν, κατά την τελευταία τριακονταετία. Οι ανησυχίες επικεντρώνονται σε μια από τις δημογραφικές συνιστώσες, τη γονιμότητα, η οποία -μαζί με την μετανάστευση- επηρεάζει καθοριστικά, την εξέλιξη του πληθυσμού (τόσο το μέγεθος όσο και την κατανομή του ανά ηλικία) και προφανώς και τη δημογραφική γήρανση (την αύξηση, δηλαδή, του ειδικού βάρους των ηλικιωμένων).

Στη χώρα μας η γονιμότητα των γενεών φθίνει διαρκώς. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τα αρνητικά μεταναστευτικά ισοζύγια των τελευταίων ετών, οδήγησε μετά το 2010 αρχικά στην ανακοπή της αύξησης του πληθυσμού μας και εν συνεχεία στη μείωσή του, η οποία πιθανότατα θα συνεχισθεί μέχρι και το 2050.

Η μείωση αυτή συνοδεύεται από τη συρρίκνωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας (15-64 ετών) και την αύξηση της μέσης ηλικίας του, και, προφανώς, θα οδηγήσει στο μέλλον και στη μείωση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού».
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ

Σύμφωνα με τα στοιχεία από τα ληξιαρχεία της χώρας, τα οποία επεξεργάστηκε και δημοσίευσε την Παρασκευή η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), στην Ελλάδα πέρυσι οι θάνατοι ήταν 33.857 περισσότεροι σε σχέση με τις γεννήσεις, ένα φαινόμενο που πλέον αποκτά χαρακτηριστικά μονιμότητας, καθώς καταγράφεται αδιαλείπτως από το 2011, με την «ψαλίδα», ειδικά την τελευταία τετραετία, να κυμαίνεται μεταξύ 25.894 (περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις) το 2016 και 35.948 το 2017.

- Οι γεννήσεις στην Ελλάδα το 2018 ανήλθαν σε 86.440 (44.525 αγόρια και 41.915 κορίτσια) καταγράφοντας μείωση 2,4% σε σχέση με το 2017, που ήταν 88.553 (45.686 αγόρια και 42.867 κορίτσια).

- Στις γεννήσεις δεν συμπεριλαμβάνονται οι γεννήσεις νεκρών βρεφών, οι οποίες ανήλθαν σε 335, μειωμένες κατά 7,7% σε σχέση με το 2017 που ήταν 363.

- Οι θάνατοι κατά το 2018 ανήλθαν σε 120.297 (61.387 άνδρες και 58.910 γυναίκες) καταγράφοντας μείωση 3,4% σε σχέση με το 2017, που ήταν 124.501 (63.168 άντρες και 61.333 γυναίκες).

- Οι θάνατοι βρεφών ηλικίας κάτω του έτους ανήλθαν σε 300, αυξάνοντας ελάχιστα τον δείκτη βρεφικής θνησιμότητας (θάνατοι βρεφών ηλικίας κάτω του έτους ανά 1.000 γεννήσεις ζώντων), από 3,46 το 2017 σε 3,47 το 2018.

Γάμοι

Οι γάμοι ανήλθαν σε 47.428 (24.418 θρησκευτικοί και 23.010 πολιτικοί), παρουσιάζοντας μείωση 5,4% σε σχέση με το 2017, κατά το οποίο είχαν πραγματοποιηθεί 50.138 γάμοι (24.975 θρησκευτικοί και 25.163 πολιτικοί)

Σύμφωνα συμβίωσης

Τα σύμφωνα συμβίωσης ανήλθαν σε 6.369, παρουσιάζοντας αύξηση 29,4% έναντι του 2017, που ήταν 4.921. Στα σύμφωνα συμβίωσης πέρυσι συμπεριλαμβάνονται 231 σύμφωνα συμβίωσης μεταξύ ανδρών και 55 μεταξύ γυναικών.

Η πρόβλεψη

Οι προβλέψεις για το πληθυσμιακό μέλλον της Ελλάδας είναι εξαιρετικά δυσοίωνες. Με βάση το χειρότερο σενάριο, ο πληθυσμός της χώρας θα φτάσει τα 8,3 εκατομμύρια το 2050. Πιο μετριοπαθής πρόβλεψη κάνει λόγο για 8,8 εκατομμύρια. Σε κάθε περίπτωση, μιλάμε για μία μείωση τουλάχιστον 2 εκατομμυρίων.
Το δημογραφικό ζήτημα ιστορικά

"Ο πληθυσμός της Ελλάδας κατά τη μεταπολεμική περίοδο μέχρι σήμερα αυξήθηκε κατά 3,1 εκατομμύρια. (7,6 εκατ. το 1951, 10,7 το 2018).

Η αύξηση αυτή προήλθε αποκλειστικά από την αύξηση του πληθυσμού των 15 ετών και άνω, καθώς το πλήθος το 0-14 ετών μειώθηκε κατά 600 χιλιάδες περίπου, ενώ αντιθέτως οι .>15 ετών αυξήθηκαν κατά 3,7 εκατομμύρια (+67% σε σχέση με το 1951).

Ανάμεσα στο 1951 και το 2018 όμως οι άνω των 65 ετών και οι > 85 ετών αυξήθηκαν πολύ ταχύτερα από τους 15-64 ετών: το πλήθος της πρώτης ομάδας τετραπλασιάσθηκε, το πλήθος των 85+ πολλαπλασιάστηκε επί 11, ενώ οι 15-64 ετών αυξήθηκαν μόνον κατά 64%.

Το αποτέλεσμα των πρότερων μεταβολών ανάμεσα στο 1951 και το 2018 ήταν η γήρανση του συνολικού πληθυσμού που αποτυπώνεται στην δημογραφική μας πυραμίδα αύξηση της μέσης ηλικίας του κατά 14 έτη (30,2 το 1951 44,2 σήμερα) και, εν μέρει, και στην αύξηση της μέσης ηλικίας του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας (15-64 ετών) που από 35 έτη το 1951 αυξήθηκε στα 41,5 έτη το 2018 (+ 6,3έτη)".
"Συνεχής θα είναι η μείωση του πληθυσμού την επόμενη 35ετία"

Οι αναμενόμενες εξελίξεις σε μεγάλο βαθμό προσδιορίζονται από την υφιστάμενη σήμερα κατάσταση, καθώς το σύστημα «πληθυσμός» χαρακτηρίζεται από σημαντικές αδράνειες.

Η μείωσή του πληθυσμού την επόμενη 35ετία αναμένεται να είναι συνεχής, αν και με διαφοροποιημένους ανά σενάριο/περίοδο ρυθμούς. Τα σενάριά μας δίδουν:

Πληθυσμό το 2035 που θα κυμαίνεται από 10,4 έως 9,5 εκατ. έναντι 10,85 εκατ. το 2015, ήτοι μειώσεις από 0,44 έως και 1,4 εκατ. σε απόλυτες τιμές (και από -4,1 έως και -12, 4%)---
Πληθυσμό το 2050 που θα κυμαίνεται από 10, 0 έως 8, 3 εκατ. έναντι 10,85 εκατομ. το 2015, ήτοι μειώσεις σε απόλυτες τιμές από 0,8 έως και 2,5 εκατ. (από -7,3 έως και -23,4 %).

Εκτός όμως από τις διαφορές σε απόλυτα μεγέθη του συνολικού πληθυσμού ανά σενάριο, σημαντικές αλλαγές αναμένονται και στην ηλικιακή του δομή, καθώς:

● Το 2035 το ποσοστό των > 65 ετών και των >85 ετών στον συνολικό πληθυσμό (20,9 και 3% το 2015) αναμένεται να κυμανθεί από 27,9% -27,2% για τους πρώτους και 4,1%- 4,5% για τους δεύτερους, ενώ τα ποσοστά των νέων (0- 14 και 0-18 ετών) αντίστοιχα από 11,0% έως 12,4% και από 15,8% - 14,2%

● Το 2050 το ποσοστό των > 65 ετών και των >85 ετών στον συνολικό πληθυσμό (20,9 και 3% το 2015) αναμένεται να κυμανθεί από 33,1% -30,3% για τους πρώτους και 6,5%-4,9% για τους δεύτερους, ενώ τα ποσοστά των νέων (0- 14 ετών και 0-18 ετών) από 14,8% έως 12,0% για τους πρώτους και από 19% - 15,4% για την δεύτερη ομάδα αντίστοιχα.

Τι μπορεί να γίνει για να ανακοπεί σε πρώτη φάση η φθίνουσα πορεία της γονιμότητας;

Απαιτείται α) μια αλλαγή των αναπαραγωγικών συμπεριφορών, η οποία απαιτεί κάποιο βάθος χρόνου και προϋποθέτει την πλήρωση δύο συνθηκών: την προοδευτική αλλαγή των κυρίαρχων αξιών και την αντικατάστασή τους από αξίες που «ευνοούν» περισσότερο την τεκνογονία, και β) η δημιουργία ενός γενικότερου ευνοϊκού περιβάλλοντος που θα επιτρέψει την υλοποίηση από τις νεότερες γενεές του επιθυμητού μεγέθους οικογένεια (γύρω από τα δύο παιδιά).

Ποιοι είναι ειδικότερα οι κύριοι τομείς που χρειάζεται να επέμβουμε ώστε να περιοριστεί το πρόβλημα της υπογονιμότητας;

Μια σειρά από ανεπτυγμένες χώρες έχουν υιοθετήσει μέτρα στήριξης/ανόρθωσης της γονιμότητας του πληθυσμού τους. Τα κυριότερα μέτρα στο πλαίσιο υλοποίησης αυτού του στόχου δύνανται να κωδικοποιηθούν ως εξής:
Ενισχύσεις οικονομικής φύσης: Επιδόματα γάμου/συμβίωσης, οικογενειακά επιδόματα διαφοροποιούμενα συνήθως αναλόγως της τάξης έλευσης του παιδιού, πριμ (π.χ. στη γέννηση ενός παιδιού), φορολογικές ελαφρύνσεις (φόρος εισοδήματος), επιδότηση ή ακόμη και δωρεάν χρήση υπηρεσιών (π.χ. μεταφοράς με τα μαζικά μέσα, σχολικά βιβλία και είδη, εξωσχολικές δραστηριότητες - άθληση, πολιτισμός- υπηρεσίες κοινής ωφέλειας), στεγαστικά βοηθήματα και δάνεια (προγράμματα κοινωνικής στέγασης, στεγαστικά επιδόματα, χαμηλότοκα δάνεια για την απόκτηση πρώτης κατοικίας και μείωση ή απαλλαγή από τους φόρους που την βαρύνουν).
Μέτρα που επικεντρώνονται στον γονέα /στους γονείς με στόχο την εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή : Άδειες μητρότητας /μεγαλώματος του παιδιού /των παιδιών και κατοχύρωση της επανόδου στην πρότερη της εγκυμοσύνης εργασία, άδειες διακοπών, επιδόματα φύλαξης των παιδιών, ύπαρξη επαρκών ποιοτικών δομών για τη μόνιμη φιλοξενία και δημιουργική απασχόληση όλων των παιδιών προσχολικής ηλικίας, παιδικές κατασκηνώσεις, ανάπτυξη δομών για τη δημιουργική απασχόληση των παιδιών μεγαλύτερης ηλικίας εντός και εκτός σχολείου, ευέλικτα για τους γονείς ωράρια εργασίας και άδειες μικρής διάρκειας για οικογενειακούς λόγους, ισχυρό θεσμικό πλαίσιο για την αποφυγή διακρίσεων στο πεδίο της εργασίας.
Παρεμβάσεις που στοχεύουν στο παιδί και στο γονικό λειτούργημα. Αυτές αφορούν γενικότερα τη δημιουργία ευνοϊκού για το παιδί και τον γονέα /τους γονείς του περιβάλλοντος για το μεγάλωμα των παιδιών τους. Πχ πολεοδόμηση με ασφαλείς δημόσιους χώρους προσβάσιμους στα παιδιά και στους συνοδούς τους (πλατείες, παιδικές χαρές, αθλοπαιδιές, πάρκα με άλλες δραστηριότητες για τον ελεύθερο χρόνο), χωροθέτηση των δομών προσχολικής και μικρής ηλικίας λαμβάνοντας υπόψη τη χωρική κατανομή των γονέων για την ελαχιστοποίηση του χρόνου μετακίνησης, μέτρα που αποσκοπούν στη διεύρυνση της ισότητας των δύο φύλων -εκτός αυτών που αναφέρονται στην οικονομική σφαίρα- και ιδιαίτερα στην ισότητα στο πλαίσιο της συμβίωσης, ανάπτυξη θετικών προσεγγίσεων απέναντι στο παιδί και στο γονικό λειτούργημα.

Θνησιμότητα

"Η αύξηση των θανάτων οφείλεται στην προοδευτική γήρανση του πληθυσμού μας, δηλαδή, στην αύξηση του «βάρους» των 65 ετών και άνω (ακόμη δε περισσότερο στην αύξηση των 85 και άνω).


Οι μεν 65 και άνω σε απόλυτες τιμές ΠΕΝΤΑΠΛΑΣΙΑΣΘΗΚΑΝ σχεδόν ανάμεσα στο 1951 και το 2015 (και το ποσοστό τους στο συνολικό πληθυσμό από 6,8% αυξήθηκε στο 20,9%), ενώ την ίδια περίοδο, ο αριθμός των 85 και άνω ΔΕΚΑΠΛΑΣΙΑΣΘΗΚΕ και το ειδικό τους βάρος στο εσωτερικό της ομάδας των 65 ετών και άνω υπερ-διπλασιάσθηκε -από 5,9% στο 13,4% των 65 ετών και άνω.

Ταυτόχρονα, όλοι ξέρουμε ότι η θνησιμότητα αυξάνεται σημαντικά μετά τα 65 έτη, ταχύτατα δε μετά τα 85 έτη.

Έτσι, παρόλο που οι πιθανότητες ζωής μας αυξήθηκαν την τελευταία 65ετία, η αύξηση του αριθμού των ηλικιωμένων οδήγησε στην αύξηση του αριθμού των θανάτων που υπερδιπλασιάσθηκαν ανάμεσα στην πρώτη μεταπολεμική πενταετία και στην τελευταία αντίστοιχη (2011-2015)".
Κατερίνα Φασσέα

Πιο αναλυτικά δείτε τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ εδώ

 
Top