Ελεύθεροι υπό τον όρο της καταβολής εγγύησης, αφέθηκαν, μετά τις απολογίες τους στην Α’ ειδική ανακρίτρια Θεσσαλονίκης, ο κεντρικός
λιμενάρχης και οι έξι πλοηγοί που κατηγορούνται ότι χρηματίζονταν προκειμένου να εξυπηρετούν τα συμφέροντα συγκεκριμένων εταιρειών με ρυμουλκά σκάφη, έναντι άλλης ανταγωνίστριας εταιρείας.
Με σύμφωνη γνώμη ανακρίτριας και εισαγγελέως η εγγύηση ορίστηκε στο ποσό των 20.000 ευρώ για τον λιμενάρχη και σε 15.000 ευρώ για τους πλοηγούς.
Με τον ίδιο όρο, δηλαδή αυτόν της καταβολής χρηματικής εγγύησης, είχαν αφεθεί ελεύθεροι, χθες Σάββατο, οι τέσσερις πλοιοκτήτες και οι επτά υπάλληλοί τους, που εμπλέκονται στην ίδια υπόθεση και απολογήθηκαν πρώτοι χρονικά ενώπιον της ίδιας ανακρίτριας.

Το ύψος της εγγύησης ορίστηκε σε 50.000 ευρώ για τους εφοπλιστές και σε 2.000 ή 10.000 ευρώ -ανάλογα με την περίπτωση- για τους υπαλλήλους των εταιρειών.

Όπως η χθεσινή διαδικασία, έτσι και η σημερινή, ήταν μαραθώνια, καθώς ξεκίνησε λίγο μετά τις 9 το πρωί και ολοκληρώθηκε ύστερα από σχεδόν 10 ώρες, στις 7 το απόγευμα.

Απολογούμενος δια υπομνήματος, ο επί πέντε χρόνια κεντρικός λιμενάρχης της Θεσσαλονίκης αρνήθηκε το σύνολο των εις βάρος του αποδιδόμενων κατηγοριών, δηλώνοντας ότι είναι αθώος.

Όπως φέρεται να ισχυρίστηκε, ο ίδιος προ διετίας είχε διατάξει ΕΔΕ, μετά από καταγγελία για χρηματισμό του πληρώματος της πλοηγίδος από ναυτικούς πράκτορες, αλλά το πόρισμα της έρευνας βγήκε απαλλακτικό.

Παράλληλα διαβίβασε την καταγγελία στον αρμόδιο εισαγγελέα, ενώ το ίδιο έπραξε με άλλη καταγγελία, που έκανε, η φερόμενη ως θιγόμενη εταιρεία, στην παρούσα υπόθεση. Κατά τους ισχυρισμούς του λιμενάρχη, η δεύτερη αυτή καταγγελία «κατέληξε στο αρχείο».

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο κατηγορούμενος αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος αποποιήθηκε τα περί συγκάλυψης των συγκατηγορούμενων πλοηγών, λέγοντας ότι είναι «αμέτοχος και αναρμόδιος» στις αποδιδόμενες σε εκείνους ενέργειες.

Σε ό,τι αφορά χρηματικό ποσό ύψους 5.000 ευρώ που κατηγορείται ότι εισέπραξε από υπάλληλο εταιρείας ρυμουλκών, φέρεται να απολογήθηκε ότι αφορούσε δωρεά για εγκατάσταση προκατασκευασμένου οικίσκου (kibo) στο χώρο όπου επρόκειτο να μεταφερθεί το λιμεναρχείο προκειμένου να εγκατασταθεί εκεί η υπηρεσία πλωτών και χερσαίων μέσων.
«Δεν σκόπευα να αποκρύψω την συναλλαγή και γι’ αυτό επέλεξα να γίνει στο γραφείο μου» είπε, κατά πληροφορίες, προσθέτοντας ότι προσωπικοί λόγοι και φόρτος εργασίας δεν επέτρεψαν την ολοκλήρωση της δωρεάς.


Συμπλήρωσε δε, ότι ως λιμενάρχης εξασφάλισε αρκετές δωρεές από επιχειρήσεις και οργανισμούς για το Κεντρικό Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης (όπως επισκευές πλωτών σκαφών, δύο τζιπ, πιστώσεις για συντήρηση σκαφών κ.ά.).

Τη γραμμή της άρνησης των βαρύτατων κατηγοριών που τους απαγγέλθηκαν ακολούθησαν στις απολογίες τους και οι έξι πλοηγοί του λιμανιού. Όσον αφορά την κατηγορία της δωροληψίας, είπαν ότι επρόκειτο για «φιλοδωρήματα μικρής κλίμακας», κάτι, που όπως σημείωσαν, συνηθίζεται σ’ όλα τα λιμάνια του κόσμου.

Για το αδίκημα της εκβίασης υποστηρίχθηκε ότι από πουθενά δεν προκύπτει οικονομική ζημιά εις βάρος της εταιρείας που φέρεται να εθίγη από την αποδιδόμενη εγκληματική δράση των κατηγορουμένων.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν οι απολογίες και των τεσσάρων πλοιοκτητών που κατονόμασαν την καταγγέλλουσα εταιρεία ως υπαίτια για την εμπλοκή τους στην υπόθεση «λόγω του ανταγωνισμού που υπάρχει στην αγορά».

Δια υπομνημάτων απολογήθηκαν ότι δεν τεκμηριώνεται οικονομική ζημιά, ενώ κατά πληροφορίες, μίλησαν με τη σειρά τους για «φιλοδωρήματα που συνιστούν έθιμο», αναφερόμενοι στα χρηματικά ποσά που κατηγορούνται ότι λάμβαναν, οι πλοηγοί. Για εντολές που εκτελούσαν, έκαναν λόγο, κατά τις ίδιες πληροφορίες, οι υπάλληλοι των τεσσάρων εμπλεκόμενων εταιρειών.

Η υπόθεση ήρθε στο φως την περασμένη Δευτέρα όταν οι «αδιάφθοροι» των Ενόπλων Δυνάμεων συνέλαβαν τους παραπάνω κατηγορούμενους, στο σύνολό τους 18, ύστερα από πολύμηνη έρευνα που διενήργησαν.

Κατά την ογκωδέστατη δικογραφία, οι πλοιοκτήτες εταιρειών με ρυμουλκά σκάφη κατηγορούνται ότι σε συνεργασία με τον κεντρικό λιμενάρχη και τους πλοηγούς (που ήδη τέθηκαν σε αργία ή διαθεσιμότητα), έστησαν ένα άτυπο «καρτέλ», θέτοντας εκτός αγοράς ανταγωνιστική εταιρεία, της οποίας το πελατολόγιο καρπώθηκαν.

Μετά την ολοκλήρωση των απολογιών, η ειδική ανακρίτρια θα συνεχίσει το έργο της κι όταν αυτό περατωθεί, η υπόθεση θα εισαχθεί στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο το οποίο θα αποφανθεί για την παραπομπή ή μη των εμπλεκόμενων προσώπων σε δίκη.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
 
Top