Το ραντεβού είναι κλεισμένο για το πρωινό της περασμένης Τετάρτης. Ο καιρός δεν συναινεί, σαν καθωσπρεπισμός που βροντάει κι αστράφτει, πάνω στην προσπάθειά μου να φτάσω
χωρίς καθυστέρηση στην αυστηρά προκαθορισμένη μας συνάντηση. «Μην αργήσεις, έχω προγραμματίσει ένα ταξίδι και είναι αδύνατον να καθυστερήσω», μου είχε πει στο τηλέφωνο.
Πατάω γκάζι, δρόμος ολισθηρός, ακατάλληλη στροφή, απότομο φρενάρισμα, τετακέ σκέψεων, αυτοκίνητο εκτός πορείας, ένας οδηγός ουρλιάζει: «Πού πας, μωρή τρελή;». «Στον Σειρηνάκη», του απαντώ. «Εχεις γύρισμα;» συνεχίζει. «Οχι εγώ, εκείνος», του φωνάζω. Δεν του λέω ψέματα, η αλήθεια άλλωστε είναι πάντοτε ζήτημα οπτικής.

Παρκάρω όπως-όπως το μικροσκοπικό μου αυτοκίνητο παρέα με την πελώρια φαντασία μου. Τα ενδιάμεσα, άλλωστε, δεν τα γούσταρα ποτέ. Εχω τρία λεπτά ακόμη στη διάθεσή μου. Δεν του χτυπάω το κουδούνι. Θέλω να εκμεταλλευτώ τον χρόνο ρίχνοντας πάνω του το βλέμμα της εικασίας. Το πρόσωπό του δεν το έχω δει ποτέ, μπορώ όμως να το σχηματίσω βάσει επαγγέλματος: παραγωγός και σκηνοθέτης ερωτικών ταινιών. Ο μοναδικός στην Ελλάδα. Βαριά φωνή, μάτσο στυλ, ντύσιμο σινιέ, χρυσό ρολόι στο χέρι, καδένα στον λαιμό, γραφείο στολισμένο με γυμνή σάρκα, μυρωδιά οινοπνεύματος, καπνός από πούρο, εικόνα θολή που παλεύει να ξεκαθαρίσει το τοπίο σαν τους υαλοκαθαριστήρες που χτυπάνε ακόμη ρυθμικά στο παρμπρίζ. Κλείνω τη μηχανή, κλειδώνω την πόρτα, μία άλλη ξεκλειδώνει, πίσω της ο Δημήτρης Σειρηνάκης, μπροστά μου η διάψευση.

Στον λαιμό και τον αριστερό καρπό δεν λάμπει ίχνος χρυσού, δεν πίνει, δεν καπνίζει, δεν μιλάει βαριά, το γυμνό ίσα που ξεχωρίζει μέσα σ’ έναν χώρο όπου πρωταγωνιστούν ένας πελώριος πύθωνας, ο Διογένης, ένας κροκόδειλος, ο Οίστρος, και η «Πολιτεία» του Πλάτωνα.
Καθόμαστε αντικριστά, η φιγούρα του οικεία από τα χρόνια της εφηβείας στο Παλαιό Φάληρο, στα «ανοδικά» σκαλοπάτια της Παναγίτσας ή σε εκείνα τα «κατηφορικά» που οδηγούσαν στο μοναδικό video club της περιοχής. «Τα καλύτερά μας χρόνια», λέει γελώντας, «σε ποιο σχολείο πήγαινες;». Δεν πηγαίναμε στο ίδιο, το δικό μου το κυνηγούσε για χαβαλέ ανεβασμένος με τους φίλους του πάνω σε μηχανάκια. Διασταυρώνουμε δρόμους και παρέες, οι μνήμες πέφτουν σε αδιέξοδο, κι όμως «δίπλα στο σπίτι σου μεγάλωσα», παρατηρεί σερβίροντας espresso, έναν για τον καθέναν μας. Το ταξίδι στο παρελθόν έχει μόλις ξεκινήσει: «Οταν ήμουν ενός έτους δεν περπατούσα απλώς, κλωτσούσα μια μπάλα. Στα δύο μου έκανα ποδήλατο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, είχαν έρθει επισκέπτες στο σπίτι, έπεσα, το χέρι μου κόλλησε πάνω σε ένα αναμμένο τσιγάρο κι εγώ δεν έβγαλα άχνα», αφηγείται την ώρα που του λέω πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. «Κι όμως, θυμάμαι», συνεχίζει, «ήμουν ένα ιδιαίτερα παρατηρητικό και σκληρό παιδί. 

Ενας ξανθός διάβολος που δεν άφηνε κανέναν να τον παίρνει αγκαλιά, να τον κανακεύει και να τον φιλάει. “Μη μ’ αγκαλιάζεις, ρε μαμά! Είμαι άντρας! Δεν είμαι μωρό!” έλεγα στη μάνα μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Παράπονο έχει ακόμη για τις αγκαλιές που της στέρησα. Μεγαλώνοντας όλοι κατάλαβαν ότι είχαν να κάνουν με ένα παιδί με τάσεις αρχηγικές. Δεν υπήρχε περίπτωση να παίξω κάποιο επιτραπέζιο και να μην κερδίσω. Επαιζα μανιωδώς Monopoly, λάτρευα να παίρνω ρίσκα, να βρίσκομαι στην κόψη του ξυραφιού, κι ύστερα να αντεπιτίθεμαι και να τα παίρνω όλα πίσω». Αναρωτιέμαι αν ήταν έτσι και στη μετέπειτα ζωή του. Κουνάει το κεφάλι καταφατικά και συνεχίζει: «Ετσι ήμουν. Ολα οριακά τα πήγα. Οι άνθρωποι μέχρι τα πέντε πλάθονται. Μετά είναι κόπια εκείνου του εαυτού…».

Ψάχνω τις «ρίζες» του, τους ανθρώπους που τον μεγάλωσαν, τις συμβουλές που του έδωσαν, τα «όχι» που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα του και τα «ναι» που καθόρισαν τις αντισυμβατικές επιλογές του. Ο παππούς του διευθυντής στην Εθνική Τράπεζα και λάτρης της γιόγκα, ο πατέρας του τραπεζικός υπάλληλος. Ο άλλος παππούς μεγαλοκτηματίας, η μητέρα του απόγονος μιας από τις καλύτερες οικογένειες των Αθηνών

Οταν η οικονομική καταστροφή τούς χτύπησε την πόρτα, στον Δημήτρη δεν είχαν να δώσουν τίποτα παραπάνω πέρα από αγάπη. «Θυμάμαι το ψυγείο άδειο, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες όταν έχεις γύρω σου ανθρώπους που νοιάζονται για σένα. Οταν η οικογένεια είναι δεμένη σαν γροθιά, το στομάχι αντέχει για πολύ», λέει. «Η μάνα μου ήταν πάντα άγρυπνος φρουρός κι εκείνο που την ένοιαζε ήταν να γίνω καθαρός άνθρωπος. Τη θυμάμαι να λέει: “Στη ζωή σου να κάνεις ό,τι θες. Ποτέ να μην ντραπείς για οτιδήποτε αποφασίσεις να κάνεις. Αν όμως κοροϊδέψεις άνθρωπο, εγώ η ίδια θα σε βάλω στη φυλακή. Αν πάλι σου κάνει κάποιος κακό, θα τον σκοτώσω και βάλτε με φυλακή για να διαβάζω τα βιβλία που τόσο αγαπώ”. Στο σπίτι λοιπόν κυριαρχούσαν τα βιβλία, μπορεί να μην ήμουν καλός μαθητής, αλλά η Ιλιάδα, η Οδύσσεια και οι σπουδαίοι φιλόσοφοι βρίσκονταν στο καθημερινό μου πρόγραμμα. Κάναμε ατέλειωτες συζητήσεις κι από μικρός πίστευα πως ένας άντρας για να ’ναι ευτυχισμένος στη ζωή του πρέπει να ’χει αρετές. Ναι, εγώ έχω. Είμαι ειλικρινής, δεν θα σου πω ποτέ ψέματα. Εχω απαγορευτικές γραμμές, δεν μπορεί να υπάρξει ισορροπημένος άνθρωπος χωρίς αυτές. Και είμαι απόλυτος στις θέσεις και τις αξίες μου. Ακόμη και οι μαλακίες που έκανα ως πιτσιρικάς είχαν μια κόκκινη γραμμή. Θεωρώ ξεφτίλα τα ναρκωτικά, δεν πίνω, δεν καπνίζω, δεν έκανα ποτέ κακό στον εαυτό μου ή στους άλλους. Μεγάλωσα ζόρικα, αλλά η παιδεία που πήρα από το σπίτι μου με έκανε καλό πολεμιστή».

Ετών 23, απόλυτος κυρίαρχος του πορνό
Στα χρόνια της εφηβείας ο Δημήτρης έχει έναν μεγάλο έρωτα κι ακόμη έναν μεγαλύτερο στόχο: ο πρώτος ακούει στο όνομα «πυγμαχία», ο δεύτερος, να γίνει κάποτε παραγωγός ερωτικών ταινιών. Τον πρώτο ο κοινωνικός περίγυρος μπορεί να τον κατανοήσει, ενίοτε και να τον επικροτήσει, πόσο μάλλον όταν οι διακρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Τον δεύτερο του επισημαίνω ότι είναι σχεδόν αδύνατον να τον χωνέψει σε μια χώρα «παραγεμισμένη» με συντηρητισμό. 

Συμφωνεί, επισημαίνοντας ωστόσο ότι το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησε δεν ήταν εκείνο των πολλών άλλων: «Ο Τζον Λένον είχε πει μια ατάκα που μου έλεγαν και οι δικοί μου: “Οταν μεγαλώσεις δεν θέλω να γίνεις επιτυχημένος, αλλά ευτυχισμένος”. Τους άκουσα και έγινα. Ηθελα να κάνω ό,τι γουστάρω και ποτέ δεν κοίταξα πόσο χρήμα θα βγάλω. Σιχαίνομαι το βύσμα και την αναξιοκρατία, στον στρατό μπορούσα να πάω όπου γούσταρα, κι επέλεξα τις Ειδικές Δυνάμεις. Προτιμούσα να είμαι οκτώ μήνες στα βουνά παρά πίσω από ένα γραφείο. Οχι γιατί μου αρέσει ο πόλεμος, τον σιχαίνομαι, αλλά επειδή αγαπώ την περιπέτεια. Μέσα λοιπόν σε αυτή τη χώρα της αναξιοκρατίας και της γραφειοκρατίας επέλεξα να αναμετρηθώ με τις όποιες δυσκολίες και να κάνω το όνειρό μου πραγματικότητα».
Η αναμέτρηση με τις δυσκολίες ξεκινά λίγο μετά τον στρατό. Οι σπουδές του πάνω στη Διοίκηση Επιχειρήσεων του εξασφαλίζουν εργασία σε κάποια πολυεθνική, το πόστο του ωστόσο στο Τμήμα Πωλήσεων δεν θα τον κρατήσει για πολύ: «Ξέρασα όταν είδα πώς παίζεται το νταραβέρι κι ένα πρωί σηκώθηκα κι έφυγα. Την ίδια μέρα πήρα δανεικά από φίλους, έβαλα και κάποιες δικές μου οικονομίες και ταξίδεψα για το εξωτερικό με σκοπό να βρω τους πιο δυνατούς παραγωγούς στο ερωτικό κομμάτι.

Ηξερα ότι η βιντεοκασέτα πέθαινε και ότι η αγορά θα γύριζε σε DVD. Συνάντησα πρώτα στη Γαλλία τον Μαρκ Ντορσέλ κι ύστερα τον Hustler, κολοσσούς στις ερωτικές ταινίες, και τους είπα: “Είμαι ο Δημήτρης Σειρηνάκης και θέλω να πάρω την αντιπροσωπία των ταινιών σας στην Ελλάδα. Πήρα και τις δύο αντιπροσωπίες. Σκεφτόμουν ότι η Γαλλική Επανάσταση λόγω πορνογραφίας ξεκίνησε… Οταν έβγαλαν φυλλάδιο με τους άρχοντες να πηδάνε τον λαό, ξεσηκώθηκαν όλοι. Είχα κάνει κι εγώ την επανάστασή μου

Μέσα σε οκτώ μήνες, η αγορά στην Ελλάδα του DVD γύρισε, όπως το είχα προβλέψει, και στα 23 μου ήταν όλη δική μου. Μετά από αυτό πήρα τα πάντα στο ερωτικό κομμάτι», λέει και συνεχίζει: «Λίγα χρόνια αργότερα, όταν είδα ότι πεθαίνει και το DVD και πως το μέλλον θα είναι Pay TV, Internet και video demand, αποφάσισα να κάνω τις δικές μου παραγωγές. Σε όποια επιχειρηματική κίνηση κάνω βλέπω το ντόμινο που θα ακολουθήσει μετά από πέντε κινήσεις. Δεν ξέρω αν είναι χάρισμα. Ετσι πάντως γεννήθηκα». Κάπως έτσι, το 2000, ιδρύει τη Sirina Entertainment, την πρώτη ελληνική εταιρεία ερωτικών ταινιών με διεθνή απήχηση, ενώ το 2007 προχωρά στην παραγωγή και τη σκηνοθεσία ερωτικών ταινιών με Ελληνίδες πρωταγωνίστριες… Η πρώτη ταινία του είχε τίτλο «Μια παρθένα στα μπουζούκια» και πρωταγωνίστρια «μια Ελληνίδα που γνώρισα σε κάποια παρέα». Τον ίδιο δρόμο θα ακολουθήσουν 200 ακόμη Ελληνίδες.

«Ποιος είσαι εσύ, ρε Σειρηνάκη, που δεν θα πήγαινες με την Τζούλια;»
Οση ώρα μιλάει τον παρατηρώ προσεκτικά. Οχι τόσο αυτό που είναι, αλλά αυτά που λέει. Κάτι σαν κράμα παιδικής αφέλειας και σερνικής ντομπροσύνης. «Αυτό το συγκεκριμένο δεν σ’ το λέω για να το γράψεις. Θα μείνει μεταξύ μας», επαναλαμβάνει ανά τακτά χρονικά διαστήματα – άραγε τόσο καλά «διαβάζει» τις γυναίκες, τόσο σωστά «ζυγίζει» το βάρος της εχεμύθειάς τους; Μάλλον ναι. Σίγουρα ναι. Η κουβέντα φτάνει στο έτος 2010 και στο όνομα Τζούλια Αλεξανδράτου. Αποφασίζω να ανοίξω το πολυσυζητημένο αυτό κεφάλαιο όχι με ερώτηση, αλλά με ένα περιστατικό που μου είχε διηγηθεί κάποτε μια φίλη: παραμονές γυρισμάτων του επίμαχου DVD με πρωταγωνίστρια την Τζούλια, ο Δημήτρης Σειρηνάκης βρίσκεται μαζί της σε κάποιο καφέ των βορείων προαστίων. Σε κάποια στιγμή, η ξανθιά καλλονή τού λέει: «Οποιον άντρα έχω γνωρίσει μου την έχει πέσει. Εσύ τι ζόρι τραβάς;», για να λάβει την απάντηση: «Είσαι η πιο ωραία γυναίκα στην Ευρώπη, αλλά σε σεξουαλικό επίπεδο δεν είσαι του γούστου μου». Η Τζούλια σηκώνεται απότομα και φωνάζει στο κατάμεστο από κόσμο μαγαζί: «Ποιος είσαι εσύ, ρε Σειρηνάκη, που δεν θα πήγαινες με την Τζούλια;»… «Με ρωτάς;» λέει γελώντας. «Σε ρωτάω», του απαντώ. «Αυτό που μπορώ να σου πω είναι ότι ποτέ δεν πούλησα τον εαυτό μου για κανένα ποσό, για καμία γυναίκα και για καμία επιτυχία. Για να κάνω κάτι πρέπει να το γουστάρω πολύ». Η έμμεση απάντηση χτυπάει στο άμεσο ερώτημα «Πώς ξεκίνησαν όλα;». «Από ένα πιάτο φακές», μου απαντά και συνεχίζει: «Θυμάμαι, ήταν μεσημέρι κι έτρωγα φακές σε κάποια θεία μου. 

Η θεία έβλεπε τηλεόραση και μονολογούσε για την κατάντια της TV όταν γύρισα και της είπα: “Θεία, αν είμαι αρσενικός, θα κάνω μία μπίζνα που θα βγάλω μέσα σε μία μέρα εκατομμύρια και θα βάλω το πορνό στο σπίτι όλων των Ελλήνων. Αν πείσω την Τζούλια Αλεξανδράτου να παίξει σε ταινία μου, θα έχω πείσει κι εσένα να δεις τσόντα μου”. Λίγο μετά μίλησα με την Τζούλια, δεν άργησε να πει το “ναι”, το πορνό μπήκε μαζικά στα σπίτια των Ελλήνων, όσα ακολούθησαν στη συνέχεια είναι ανάξια λόγου. Η Τζούλια έλεγε τα δικά της, εγώ έχω να πω ότι ήμουν στα πάντα νομιμότατος και κύριος πέρα από κάθε φαντασία»

Σχεδόν παράλληλα γυρίζει με την «άψογη στη συνεργασία» Μαριάννα Ντούβλη το «Sex in the City of Athens», οι πωλήσεις χτυπάνε κόκκινο, ο Δημήτρης Σειρηνάκης είναι πλέον ο βασιλιάς του εγχώριου πορνό. Σήμερα, πέρα από την εταιρεία παραγωγής, έχει στην κατοχή του το συνδρομητικό site, sirina.tv, καθώς και το πρώτο ελληνικό τηλεοπτικό κανάλι SIRINA TV, το οποίο περιλαμβάνεται στο πακέτο «Adult Pack» του ΟΤΕ TV, ενώ στις αρχές Ιανουαρίου του 2020 θα διεκδικήσει από τη θέση του φαβορί μία βράβευση στα Oscar Porno: «Πώς νιώθω; Σαν να κατεβαίνω σε Formula 1, εγώ με τρακτέρ, οι άλλοι με Ferrari, και να βγαίνω πρώτος. Για να κάνεις αυτή τη δουλειά στην Ελλάδα πρέπει να έχεις πολλά guts».

«Καμία δεν παίζει σε τσόντα μόνο για τα λεφτά»
Δεύτερος espresso πριν από το πέρασμα σε πιο «ακατάλληλες» ερωτήσεις. Ποιες μπορούν να πέσουν στο κρεβάτι του πορνό; Τι είναι αυτό που διαγράφει τις αναστολές με τρία ΧΧΧ; Υπάρχουν κόκκινες γραμμές; Πώς προτείνεις σε μια γυναίκα να παίξει σε τσόντα; Χαμόγελο, μια γουλιά καφέ, ένας καταρράκτης λέξεων ικανός να ξεπλύνει κάθε απορία: «Καταρχάς, ποτέ δεν πρότεινα σε γυναίκα να παίξει σε ταινία μου. Oλα μέχρι σήμερα έγιναν διά της μαιευτικής μεθόδου του Σωκράτη, υπό την έννοια ότι δεν γέννησα εγώ την ιδέα, αλλά έβγαλα από την εκάστοτε γυναίκα την αλήθεια της. Και η αλήθεια της ήταν ότι κατά βάθος γούσταρε να γυρίσει πορνό. Χωρίς να θέλω να περιαυτολογήσω, αν καθίσω σε ένα τραπέζι με πέντε γυναίκες, μπορώ να σου πω τα πάντα για την καθεμία: ποια έχει οργασμό, ποια κερατώνει τον άντρα της, ποια έχει ξεχάσει το σεξ, ποια θα τα έκανε όλα γι’ αυτό, ποια θα έπαιζε σε τσόντα και ποια όχι. Υπήρχε κοπέλα που πέρασε να πιούμε έναν καφέ και λίγο μετά γύρισε ταινία με τρεις άντρες. Υπάρχουν γυναίκες που αν τους έλεγα να μπουν σε προσφυγικό καταυλισμό και να πάνε με όλους θα το έκαναν. Υπάρχει μάνα που μου ζήτησε να το κάνει η κόρη της με 50 στη σειρά για να… ξεχωρίσει από τον συρφετό. 


Καμία δεν παίζει σε τσόντα μόνο για τα λεφτά, και αυτά είναι παραμύθια. Οσες παίζουν, το γουστάρουν, παρότι είναι ένα πολύ σκληρό επάγγελμα. Από κει και πέρα υπάρχουν κάποια όρια», λέει και συνεχίζει: «Εχει έρθει να με βρει για να παίξει σε ταινία μου άντρας τόσο επώνυμος που αν δεχόμουν θα έβγαζα ένα εκατομμύριο σε μία μέρα. Αυτόν τον έδιωξα γιατί κατάλαβα ότι ήθελε να το κάνει για να κοντράρει τον πατέρα του. 

Επίσης, δεν εκμεταλλεύομαι ποτέ την ανάγκη του άλλου, γι’ αυτό και έχω διώξει, δίνοντάς της χρήματα, γυναίκα που σε κατάσταση υστερίας ήρθε και μου είπε πως θέλει να κάνει πορνό για να ταΐσει το παιδί της. Οταν δω άνθρωπο σε απόγνωση ή σε εξάρτηση, τον διώχνω την ίδια κιόλας στιγμή. Με ρωτάς αν θα έπαιζα σε ταινία πορνό. Η απάντηση είναι “όχι” γιατί δεν μου ταιριάζει, όπως ακριβώς δεν θα μου ταίριαζε να ήμουν δικηγόρος ή γιατρός».

Περηφάνια και προκατάληψη
Στροφή από το σεξ στις σχέσεις. Οικογενειακές και φιλικές. Και ύστερα, πάλι στην ευθεία μιας κουβέντας που δεν θέλω να τελειώσει, ίσως επειδή η οργιώδης φαντασία μου απέναντι στο πρόσωπό του δεν είχε καμία σχέση με την οριοθετημένη πραγματικότητά του: «Πώς νιώθει για μένα η οικογένειά μου; Περήφανη. Δεν κορόιδεψα, δεν έκλεψα, δεν εξευτέλισα, δεν πρόδωσα. 

Στο σημείο αυτό θέλω να σε ρωτήσω κάτι: πώς είναι δυνατόν να θεωρούμε φυσιολογική την εικόνα ενός σκοτωμένου παιδιού από τη Συρία ή το Ιράκ ή μία σκηνή θρίλερ όπου ο ένας τρώει την καρδιά του άλλου και την ίδια στιγμή να χαρακτηρίζουμε αφύσικο, ντροπιαστικό και κατακριτέο μία γκόμενα που γλείφει το βυζί μιας άλλης; Δεν υποστηρίζω ότι το πορνό πρέπει να είναι παντού χύμα, αλλά δεν ανέχομαι την υποκρισία και την αρρωστημένη προκατάληψη», λέει και συνεχίζει:

 «Για ποια πράγματα νιώθω περήφανος; Για το ότι στη δουλειά αυτή, που κατά καιρούς έπεσαν να με φάνε, υπάρχουν άνθρωποι που πίνουν νερό στο όνομά μου. Κάποια στιγμή στο παρελθόν χρειάστηκα πολλά λεφτά και τα ζήτησα από ανταγωνιστή μου. Οταν έφερα δικηγόρο για να υπογράψουμε τα συμβόλαια, γύρισε και είπε: “Τι κάνεις ρε; Δεν θέλω συμβόλαια, αφού μιλάω με τον Σειρηνάκη, ο λόγος του είναι συμβόλαιο”. Σε αυτόν τον άνθρωπο δεν έδωσα ό,τι πήρα, αλλά για οκτώ ολόκληρους μήνες τού έδινα τα μισά απ’ όσα έβγαζα και, πίστεψέ με, ήταν πολλά. 

Οταν ο άλλος σου φέρνει στην έρημο ένα ποτήρι νερό δεν θα του το ξεπληρώσεις με ένα ποτήρι νερό, αλλά με ό,τι έχεις και δεν έχεις, γιατί αυτός σε κράτησε ζωντανό. Νιώθω περήφανος γιατί στη ζωή μου έκανα ό,τι μου καύλωσε, έτσι να τη γράψεις τη λέξη, κι αν αύριο το πρωί γκρεμιστεί το σπίτι μου δεν θα κάτσω να κλαφτώ, αλλά θα πω: “Κοίτα, ρε μπαγάσα, τι ωραίο οικόπεδο που έχεις. Πάμε να χτίσουμε ένα καλύτερο σπίτι”. Τέλος, είμαι περήφανος γιατί θεωρώ πως είμαι ένας καλός πατέρας για τα δυο μου αγόρια. Από μικρό παιδί ήξερα ότι θα κάνω γιους και σχεδίαζα όσα θα λέμε και όσα θα κάνουμε παρέα. Από τις ωραιότερες στιγμές της ζωής μου ήταν ένα καλοκαίρι στα Σφακιά: εγώ ανεβασμένος με τον μεγάλο σ’ ένα τζιπ. Ξάφνου άρχισε να βρέχει. Φορέσαμε κάτι σακούλες σκουπιδιών για να μη βρεχόμαστε και μέχρι να βραδιάσει μιλούσαμε για τον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο… Αυτό είναι ευτυχία».

Άρθρο της Ρομίνας Ξύδα 
 
Top