Οι μακροχρόνιες δικαστικές περιπέτειες που είχε αντιμετωπίσει κατά το παρελθόν ο αποκαλούμενος «bon vivant των νοτίων προαστίων»
επιχειρηματίας Αλέξανδρος Αγγλούπας φαίνεται πως συνεχίζουν να ταλαιπωρούν το διάστημα αυτό -και μάλιστα με μεγάλη ένταση- άλλα μέλη της οικογένειάς του.

Ο πατέρας του Νίκος, επιχειρηματίας στον χώρο της γυναικείας ένδυσης και παλαίμαχος οδηγός αγώνων αυτοκινήτων, είναι εκείνος που έχει τώρα ανοικτούς λογαριασμούς με τη Δικαιοσύνη - και μάλιστα σοβαρούς, καθώς το Ελληνικό Δημόσιο επιμένει, με προσφυγή που κατέθεσε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στην κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας του, εκτιμωμένης στο ύψος των 605.000 ευρώ!

Το όνομα του Νίκου Αγγλούπα έγινε γνωστό από τους αγώνες ταχύτητας αυτοκινήτων -Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Ράλι- και ειδικά από τα πρωταθλήματα αναβάσεων και ταχύτητας. Την εποχή της δόξας του θεωρούνταν από τους καλύτερους οδηγούς αγώνων, που κατάφερνε με τα προσπεράσματά του να ξεσηκώνει τους θεατές και να τους εντυπωσιάζει με τα πρωτοπόρα για την εποχή τους αυτοκίνητα που οδηγούσε (Lancia 037, Ford Sierra κ.ά.).

Ενδεικτικό είναι το ρεκόρ που είχε πετύχει στην πασίγνωστη ανάβαση της Ριτσώνας το 1983, και μάλιστα οδηγώντας υπό βροχή. Οι συνάδελφοί του και τα περιοδικά αυτοκινήτου της εποχής εκείνης («4 Τροχοί» κ.λπ.) του είχαν προσδώσει τον τίτλο του «τελευταίου τζέντλεμαν του χώρου».






Ο Νίκος Αγγλούπας με τον γιο του Αλέξανδρο

Πέραν της αγάπης του για τους αγώνες ταχύτητας, όμως, δραστηριοποιήθηκε και ως επιχειρηματίας, ιδρύοντας μια οικογενειακή επιχείρηση στον χώρο της ένδυσης. Κεντρικός επιχειρηματικός άξονας ήταν η δημιουργία γυναικείων ρούχων και αξεσουάρ, με τα οποία τροφοδοτούσε γνωστά καταστήματα ένδυσης και δερμάτινης ένδυσης, όπως Lucifer, Mia κ.ά. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Νίκος Αγγλούπας χρησιμοποιούσε τις εταιρείες του ως χορηγούς του για τη συμμετοχή του στους αγώνες ταχύτητας.

Καθοριστική θέση στην οικογενειακή αυτή επιχείρηση -ήταν η «ψυχή της επιχείρησης» όπως έλεγαν- κατείχε η σύζυγός του Τούλα, μητέρα του Αλέξανδρου Αγγλούπα. Ωστόσο οι καιροί αλλάζουν. Η μακροχρόνια οικονομική -μνημονιακή- κρίση φαίνεται πως δεν άφησε ανεπηρέαστη την οικογενειακή επιχείρηση.

Η κατάσχεση το 2014

Το Δεκέμβριο του 2014, με παραγγελία του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ, συντάχθηκε έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του Νίκου Αγγλούπα, ο οποίος είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου στην οικογενειακή ανώνυμη εταιρεία ενδυμάτων. Η κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας έγινε καθώς η εταιρεία αντιμετώπιζε πρόβλημα με την καταβολή ΦΠΑ, ύψους 302.863 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων και των προσαυξήσεων 43.050 ευρώ), και υλοποιήθηκε προκειμένου να ικανοποιηθεί η απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου από τις χρεωστικές δηλώσεις ΦΠΑ.

Η κατάσχεση έγινε σε: α) διαμέρισμα 184 τ.μ. του 4ου ορόφου πολυκατοικίας, β) στην πιλοτή της πολυκατοικίας, επιφάνειας 254,19 τ.μ., της οποίας έχει την αποκλειστική χρήση, γ) σε θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του ισογείου, επιφάνειας 48 τ.μ., και δ) σε αποθήκη 14 τ.μ. στον υπόγειο χώρο της πολυκατοικίας. Η αξία όλων των εκπλειστηριαζόμενων ακινήτων εκτιμήθηκε στο ποσό των 605.000 ευρώ και ο πλειστηριασμός ορίστηκε να διεξαχθεί στο τρίτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου 2017 με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 484.000 ευρώ.

Ο Νίκος Αγγλούπας άσκησε ανακοπή κατά της πράξης του πλειστηριασμού, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε του κοινοποιήθηκε ατομική ειδοποίηση χρεών και ότι δεν έλαβε ποτέ γνώση για τα χρέη της εταιρείας της οποίας ήταν διευθύνων σύμβουλος. Ετσι, όπως υποστήριξε, «στερήθηκα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας πριν από την επιβολή σε βάρος μου του επαχθούς μέτρου της κατάσχεσης και την έκδοση του επακολουθήσαντος προγράμματος πλειστηριασμού».

Από το Διοικητικό Πρωτοδικείο δικαιώθηκε, καθώς δεν προέκυψε ότι η αρμόδια ΔΟΥ του είχε κοινοποιήσει «σχετική ατομική ειδοποίηση για τα ένδικα χρέη της εταιρείας», κάτι που σύμφωνα με τον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για «τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης». Και η παράλειψη αυτή «καθιστά άκυρη τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης». Ετσι, το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι «μη νομίμως εκδόθηκε η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης», καθώς και «το πρόγραμμα πλειστηριασμού».

Η προσφυγή του Δημοσίου

Το Δημόσιο προσέφυγε στο Διοικητικό Εφετείο ζητώντας να αναιρεθεί η πρωτόδικη απόφαση με τον ισχυρισμό ότι στερείται νόμιμης αιτιολογίας και ότι προέβη σε κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.

Οι εφέτες, με τη σειρά τους, απέρριψαν την αίτηση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι το γεγονός ότι Νίκος Αγγλούπας ως νόμιμος εκπρόσωπος της Α.Ε. είχε προχωρήσει σε ρύθμιση των χρεών της «σε καμία περίπτωση δεν συνιστούσε πλήρη γνώση αυτού περί του είδους και της αιτίας του χρέους του ιδίου, ως αλληλεγγύως ευθυνόμενου με την ανωτέρω εταιρεία προσώπου και περί της επικείμενης έναρξης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, λόγω της ιδιότητάς του ως διευθύνοντος συμβούλου της». Κατόπιν αυτών, οι εφέτες αποφάνθηκαν ότι «απώλεσε στάδιο δικονομικής προστασίας, ενώ στερήθηκε και της δυνατότητας να προβεί στη ρύθμιση του, προσωπικού του, πλέον, χρέους, πριν ξεκινήσει η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και, ως εκ τούτου, μη νομίμως εκδόθηκε η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης σε βάρος αυτού, καθώς και το πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού».

Παρ’ όλα αυτά, το Δημόσιο προσέφυγε τώρα στο Συμβούλιο της Επικρατείας και ζητεί να αναιρεθεί η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου με την οποία δικαιώθηκε ο Νίκος Αγγλούπας και να προχωρήσει η διαδικασία πλειστηριασμού. Το Δημόσιο επικαλείται στο ΣτΕ περίπου τους ίδιους ισχυρισμούς που προέβαλε στο Διοικητικό Εφετείο.

Οι περιπέτειες του υιού Αγγλούπα
Εκτός όμως από τον Νίκο Αγγλούπα και την αντιδικία του με το Ελληνικό Δημόσιο ενώπιον του ΣτΕ, την οικογένεια είχαν απασχολήσει επί μακρόν τα προηγούμενα χρόνια οι δικαστικές περιπέτειες του Αλέξανδρου με την ποινική Δικαιοσύνη. Περιπέτειες που τον είχαν οδηγήσει ακόμη και στη φυλακή ως προσωρινά κρατούμενο. Συγκεκριμένα, τον περασμένο Σεπτέμβριο ο υιός Αγγλούπας είχε καθίσει στο εδώλιο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών προκειμένου να δικαστεί για τους πυροβολισμούς σε βάρος της Γωγώς Φαρμάκη, αδελφή της Ολγας Φαρμάκη, με την οποία ο ίδιος εκείνο το διάστημα διατηρούσε ερωτικό δεσμό.

Επειτα από διεξοδική ακροαματική διαδικασία οι δικαστές και οι ένορκοι καταδίκασαν τον επιχειρηματία σε ποινή φυλάκισης τριών ετών και ενός μήνα με αναστολή, αφού πρώτα τον έκριναν ένοχο για τα αδικήματα της απόπειρας ανθρωποκτονίας και της οπλοχρησίας.

Το δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε είχε αναγνωρίσει, ωστόσο, στον Αλέξανδρο Αγγλούπα δύο ελαφρυντικά, μεταξύ αυτών την προσπάθειά του μετά τον πυροβολισμό να ανατρέψει το αποτέλεσμα της πράξης του. Ετσι, η ποινή των 10,5 ετών που του είχε επιβληθεί σε πρώτο βαθμό μειώθηκε στο Εφετείο στα τρία έτη.

Το περιστατικό με τους πυροβολισμούς είχε λάβει χώρα τον Νοέμβριο του 2011 και είχε πάρει ευρεία δημοσιότητα. Η 26χρονη, τότε, Γωγώ Φαρμάκη είχε μεταφερθεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο με ακατάσχετη αιμορραγία. Οι γιατροί διαπίστωσαν ότι ήταν σοβαρά τραυματισμένη στην αριστερή βουβωνική χώρα από σφαίρα που προήλθε από το όπλο του επιχειρηματία.

Παρά τον κίνδυνο που βίωσε για τη ζωή της, η νεαρή γυναίκα, καταθέτοντας ενώπιον του Εφετείου τον περασμένο Σεπτέμβριο, είχε υποστηρίξει πως ο αντίδικός της δεν είχε σκοπό να της προξενήσει κάποιο κακό. «Δεν θεωρώ ότι με πυροβόλησε για να μου κάνει κακό. Είμαι σίγουρη μετά από 10 χρόνια. Ηρθε από πάνω μου για να πάρει το σκυλί. Δεν τον είδα ποτέ να βγάζει το όπλο. Δεν ξέρω να σας πω πώς έγινε», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά ενώπιον των εφετών και των ενόρκων.

Οι ισχυρισμοί αυτοί ωστόσο της Γωγώς Φαρμάκη δεν είχαν περάσει απαρατήρητοι από την έδρα. Εισαγγελέας και πρόεδρος είχαν υπενθυμίσει στη μάρτυρα πως στις παλαιότερες καταθέσεις της ανέφερε ότι ο Αλέξανδρος Αγγλούπας είχε βγάλει όπλο και ότι η αδελφή της είχε προσπαθήσει να την πιέσει με οικονομικές προτάσεις ώστε να ρίξει τους τόνους. «Ολα ήταν διογκωμένα. Μια πρόταση για να μου πληρώσει τη νοσηλεία εγώ τη μετέφραζα αλλιώς. Eλεγα “τι θέλει να με πληρώσει;”. Είδα πλέον την άλλη πλευρά του νομίσματος. Είδα ότι ήταν αυτός που έτρεχε να με πάει σε νοσοκομείο», είχε καταθέσει η μάρτυρας.

Από την πλευρά του, ο Αλέξανδρος Αγγλούπας κατά την απολογία του στο δικαστήριο είχε υποστηρίξει πως δεν θα σκότωνε ποτέ άνθρωπο και πως ουδέποτε έχει χειροδικήσει, ενώ αναφερόμενος στο περιστατικό του πυροβολισμού είχε, μεταξύ άλλων, αναφέρει: «Εκανα μια κίνηση, έβγαλα το σακάκι για να βγάλω το όπλο και να το ακουμπήσω στο περβάζι ώστε να πάρω το σκυλί. Εκείνη την ώρα που έβγαλα το όπλο ακούω ένα μπαμ. Μύρισε καμένο και λέει η Γεωργία: “Βγάζω αίμα”. Ξαφνιάστηκα. Μου έφυγε από τα χέρια, εκπυρσοκρότησε, δεν κατάλαβα να πάτησα τη σκανδάλη, να πιέστηκε; Ισως. Τι να σας πω;».
Και ενώ στη Δικαιοσύνη εκκρεμούσε ακόμη η αντιδικία του με τη Γωγώ Φαρμάκη, αίσθηση είχε προκαλέσει τον Νοέμβριο του 2016 η είδηση της σύλληψής του με την κατηγορία της συμμετοχής στη συμμορία των Ρομά που διέπραττε ληστείες σε σπίτια στην Αττική με σκοπό την αφαίρεση κοσμημάτων. 

Ο επιχειρηματίας είχε οδηγηθεί τότε ενώπιον ανακριτή προκειμένου να απολογηθεί για βαρύτατες κατηγορίες που τον ήθελαν ακόμη και κλεπταποδόχο του κυκλώματος. Ο ίδιος, αν και είχε αρνηθεί κάθε εμπλοκή του στην υπόθεση, είχε κριθεί προφυλακιστέος. Εν τέλει, και έπειτα από περίπου 13 μήνες στη φυλακή, ο Αλέξανδρος Αγγλούπας αποφυλακίστηκε υπό όρους, αρνούμενος οποιαδήποτε ανάμειξή του στη συγκεκριμένη υπόθεση.   
 
Top