Πώς έφτασε στα ίχνη τους η Αντιτρομοκρατική
Ενώπιον της εισαγγελέως ποινικής δίωξης αναμένεται να οδηγηθούν οι τρεις συλληφθέντες για την εμπρηστική επίθεση στο σπίτι της οικογένειας της Αφροδίτης Νέστορα, τα ξημερώματα της 1ης Ιουλίου, στη Θεσσαλονίκη, από την οποία έχασε τη ζωή της η μητέρα της, Βάγια Νέστορα, ενώ τραυματίστηκαν η πολιτεύτρια της Νέας Δημοκρατίας, ο πατέρας της και ακόμη δύο ένοικοι της πολυκατοικίας.
Όπως έγινε γνωστό, πρόκειται για δύο άνδρες, ηλικίας 29 και 24 ετών, και μία 26χρονη γυναίκα. Σύμφωνα με την έρευνα της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, ο 29χρονος και η 26χρονη φέρονται να ταυτοποιήθηκαν, από το προανακριτικό και βιντεοληπτικό υλικό, ως φυσικοί αυτουργοί της φονικής εμπρηστικής επίθεσης. Ο 24χρονος κατηγορείται ότι παραχώρησε το σπίτι του ως «ορμητήριο» και «κρησφύγετο» στους δύο συγκατηγορουμένους του.
Κατά τις Αρχές, το σπίτι βρίσκεται σε μικρή απόσταση από την οικία της οικογένειας Νέστορα και χρησιμοποιήθηκε τόσο πριν όσο και μετά την επίθεση. Ειδικότερα, οι δύο φερόμενοι ως φυσικοί αυτουργοί παρέμειναν εκεί το προηγούμενο 24ωρο, κατοπτεύοντας την περιοχή, ενώ επέστρεψαν μετά την εμπρηστική ενέργεια, όπου άλλαξαν ρουχισμό πριν αποχωρήσουν.
Ο 29χρονος είναι γνωστός στις Αρχές για τη δράση του στον αντιεξουσιαστικό χώρο, έχοντας προσαχθεί κατά το παρελθόν δύο φορές. Η 26χρονη, η οποία κατάγεται από την Αθήνα και διαμένει στη Θεσσαλονίκη, είχε προφυλακιστεί το Φεβρουάριο του 2022 για υπόθεση που αφορούσε την αποδιδόμενη συμμετοχή της στην «Οργάνωση Αναρχική Δράση», τα μέλη της οποίας είχαν κατηγορηθεί για σειρά εμπρηστικών επιθέσεων με γκαζάκια. Μετά την επίθεση της 1ης Ιουλίου η ίδια μετέβη στα Χανιά, όπου εντοπίστηκε και συνελήφθη.
Τα στελέχη της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας εκτιμούν πως στις τρεις εμπρηστικές επιθέσεις που σημειώθηκαν την ίδια μέρα στη Θεσσαλονίκη, μέσα σε χρονικό διάστημα μικρότερο των 20 λεπτών, έδρασαν δύο ομάδες. Η πρώτη ευθύνεται για την επίθεση στο σπίτι της οικογένειας Νέστορα, για την οποία συνελήφθησαν τα τρία παραπάνω πρόσωπα, ενώ για τις επιθέσεις στις κατοικίες του προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας Θεσσαλονίκης, Ζήση Ιωακείμοβιτς, και του πρώην βουλευτή Σάββα Αναστασιάδη, οι έρευνες συνεχίζονται για τον εντοπισμό και τη σύλληψη των εμπλεκομένων.
Τα τρία στοιχεία που «έδειξαν» τους δράστες της φονικής επίθεσης
Η μεγάλη επιχείρηση της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας σε Θεσσαλονίκη και Κρήτη οδήγησε στη σύλληψη δύο ανδρών, ηλικίας 29 και 24 ετών, καθώς και μίας 26χρονης γυναίκας, οι οποίοι κατηγορούνται για συμμετοχή στις εμπρηστικές επιθέσεις με γκαζάκια που σημειώθηκαν τα ξημερώματα της 1ης Ιουλίου σε πολυκατοικίες όπου διαμένουν στελέχη της Νέας Δημοκρατίας.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές, οι αστυνομικοί οδηγήθηκαν στους υπόπτους μέσα από έναν συνδυασμό στοιχείων, καθώς κανένα εύρημα από μόνο του δεν ήταν αρκετό για να «δέσει» την υπόθεση. Η έρευνα βασίστηκε κυρίως σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία, όταν διασταυρώθηκαν μεταξύ τους, σχημάτισαν την εικόνα της διαδρομής και των κινήσεων των δραστών.
Το πρώτο και σημαντικότερο στοιχείο ήταν το εκτεταμένο βιντεοληπτικό υλικό από κάμερες ασφαλείας. Οι αναλυτές της Αντιτρομοκρατικής χαρτογράφησαν τις κινήσεις των υπόπτων πριν και μετά τις επιθέσεις, εντοπίζοντας το δρομολόγιο που ακολούθησαν από και προς ένα διαμέρισμα στην Άνω Πόλη, το οποίο, σύμφωνα με την αστυνομία, χρησιμοποιήθηκε ως επιχειρησιακό ορμητήριο. Οι κάμερες κατέγραψαν τις μετακινήσεις τους σε διαφορετικά χρονικά σημεία, επιτρέποντας στους ερευνητές να ανασυνθέσουν το σχέδιο δράσης τους.
Το δεύτερο στοιχείο προήλθε από τα εγκληματολογικά εργαστήρια. Σε αντικείμενα που σχετίζονται με τις επιθέσεις αλλά και στο διαμέρισμα που χρησιμοποιούσαν οι ύποπτοι εντοπίστηκαν αποτυπώματα και γενετικό υλικό, τα οποία εξετάστηκαν σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα ευρήματα. Οι εργαστηριακές αναλύσεις αποτέλεσαν κρίσιμο κομμάτι της δικογραφίας, χωρίς όμως να είναι το μοναδικό στοιχείο στο οποίο στηρίχθηκαν οι Αρχές.
Το τρίτο «αποτύπωμα» ήταν το ψηφιακό ίχνος των υπόπτων. Η Αντιτρομοκρατική προχώρησε σε άρσεις τηλεφωνικού απορρήτου και εξέτασε δεδομένα κινητής τηλεφωνίας, προκειμένου να διαπιστώσει εάν οι συσκευές των κατηγορουμένων βρίσκονταν στις περιοχές όπου εκδηλώθηκαν οι τρεις εμπρηστικές επιθέσεις. Η αντιπαραβολή των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων με το υλικό από τις κάμερες φέρεται να ενίσχυσε σημαντικά την εικόνα που είχαν ήδη σχηματίσει οι ερευνητές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, οργανώθηκε η επιχείρηση. Οι τρεις κατηγορούμενοι φέρονται να χρησιμοποιούσαν διαμέρισμα στην Άνω Πόλη ως χώρο προετοιμασίας πριν από τις επιθέσεις.
Από εκεί, σύμφωνα με τη δικογραφία, ξεκίνησαν τα ξημερώματα της 1ης Ιουλίου, έχοντας ήδη οργανώσει το σχέδιό τους. Μετά την ολοκλήρωση των επιθέσεων επέστρεψαν στο ίδιο σημείο, προτού αποχωρήσουν ακολουθώντας διαφορετικές διαδρομές ώστε να δυσκολέψουν τον εντοπισμό τους.
Οι αστυνομικοί εκτιμούν ακόμη ότι η ομάδα διέθετε και δεύτερο χώρο, ο οποίος λειτουργούσε ως «καβάτζα» για την προσωρινή απόκρυψη αντικειμένων και εξοπλισμού. Στο πλαίσιο των ερευνών πραγματοποιήθηκαν έρευνες σε κατοικίες και χώρους που χρησιμοποιούσαν οι συλληφθέντες, αναζητώντας στοιχεία που θα μπορούσαν να συνδέσουν τους ίδιους με τις εμπρηστικές επιθέσεις.
Παρακολουθούσαν τους στόχους πριν από το χτύπημα
Κατά την αστυνομική εκτίμηση, οι επιθέσεις δεν πραγματοποιήθηκαν τυχαία ούτε αποφασίστηκαν την τελευταία στιγμή. Οι δράστες φέρονται να είχαν προηγουμένως πραγματοποιήσει κατόπτευση των πολυκατοικιών όπου διέμεναν τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, εξετάζοντας τις εισόδους, τις οδούς διαφυγής και τις κινήσεις στην περιοχή. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από την ανάλυση του βιντεοληπτικού υλικού αλλά και από τη χρονική αλληλουχία των μετακινήσεων που καταγράφηκαν πριν από τις επιθέσεις.
Το ποινικό παρελθόν των συλληφθέντων
Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δημοσιευθεί, οι τρεις συλληφθέντες ήταν ήδη γνωστοί στις διωκτικές αρχές από παλαιότερες υποθέσεις που αφορούσαν τον αντιεξουσιαστικό χώρο. Οι αστυνομικές αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο συμμετοχής τους και σε άλλες ενέργειες του παρελθόντος, ενώ η δικογραφία περιλαμβάνει κατηγορίες που, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., εμπίπτουν στις διατάξεις του αντιτρομοκρατικού νόμου για συγκρότηση και ένταξη σε τρομοκρατική οργάνωση.
Η έρευνα πάντως δεν θεωρείται ολοκληρωμένη. Η Αντιτρομοκρατική συνεχίζει να εξετάζει κατασχεμένα ψηφιακά πειστήρια, κινητά τηλέφωνα και ηλεκτρονικούς υπολογιστές, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν στην προετοιμασία ή την εκτέλεση των επιθέσεων συμμετείχαν και άλλα πρόσωπα. Την ίδια ώρα, την τελική αξιολόγηση των στοιχείων θα κάνει η Δικαιοσύνη, ενώ οι κατηγορούμενοι απολαμβάνουν του τεκμηρίου αθωότητας μέχρι την αμετάκλητη δικαστική κρίση.
Σου άρεσε το άρθρο; Για ακόμα περισσότερα παρόμοια άρθρα:
Κάνε εγγραφή στο Google News.
Κάνε subscribe στο YouTube.
Ακολούθησε μας στο Facebook.
Ακολούθησε μας στο Twitter.



