Γεώργιος Καραϊσκάκης: Η παιδική ηλικία του Αρχιστράτηγου της Εθνεγερσίας

Γεώργιος Καραϊσκάκης: Η παιδική ηλικία του Αρχιστράτηγου της Εθνεγερσίας

NEWS ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΙΡΑΙΑΣ

Σαν τα παραμύθια αρχίζει τούτη η ιστορία. Στο κεφαλοχώρι του Ροδοβιτσιού της Άρτας , Σκουληκαριά ,ζούσε πριν από εκατόν ενενήντα πάνω- κάτω χρόνια μια θεληματικιά κοπέλα, η ζωή Ντιμισκή, αδελφή του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και ξαδέλφη του καπετάν Γώγου Μπακόλα. Παντρεύτηκε ένα ξενοτοπίτη, τον Γιαννάκη από το Μαυρομάτι Καρδίτσας. Την πήρε νύφη, με τα λαγούτα και τις πίπιζες , και την πήγε στο δικό του χωριό. Μα τούτο το στεφάνωμα στάθηκε άτυχο. Έπειτα από λίγο πέθανε ο άντρας της.
[…]
Κι όταν τ΄ ανίδεο παιδί άρχισε να μπουσουλάει κι ύστερα να τραυλίζει, ρώταγαν τους Σαρακατσαναίους τσελιγκάδες που το είχαν;
– Ποιανού είναι τούτο το μούλικο;
Κι έπαιρναν την απόκριση:
– Ο γιος της καλογριάς.
Αυτό στάθηκε το πρώτο όνομά του. Και Δε λησμονήθηκε ποτέ. Τον ακολούθησε ίσαμε το θάνατο. Κι έπειτα πέρασε στην ιστορία.
Μεγάλωνε ανάμεσα στους ξένους, τρώγοντας ξύλο και μπομπότα. Ένα κουρέλι σκέπαζε το κορμί του ό,τι καιρό κι αν έκανε. Τα γυμνά πόδια του συνήθισαν ν΄ αντέχουν στις κοφτερές πέτρες, στις τσουκνίδες την άνοιξη στα ξεράγκαθα το καλοκαίρι, στα χιόνια το χειμώνα. Έμαθε να κάνει βαριά θελήματα πιο πάνω από την ηλικία του. Άμα του δίνανε να βοσκάει τα γίδια, ήταν η χαρά του σκαρφάλωνε στις κακοτοπιές καλύτερα απ’ αυτά.
Φτώχεια όλα, τα πάντα, και μιζέρια γύρω του, μα η δική του ζωή ήταν πιο άχαρη απ’ όλες. Και τούτη τη σκοτεινή εικόνα δεν τη λησμόνησε ποτέ. Γι αυτό συμπονούσε τον αδύνατο και κατηγόραγε όσους του φέρνονταν άδικα. Συχνά, όταν πια τράνεψε έλεγε:
-Όποιος γίνεται αφέντης χωρίς να γίνει δούλος, είναι μπάσταρδος αφέντης κι αλίμονο στο δούλο.
Τούτη η σκληρή ζωή τον έκανε πρόωρα να μεστώσει . Αν τσακωνόταν μ’ άλλα παιδιά και τους άνοιγε με καμιά πέτρα το κεφάλι, έτρωγε ξύλο της χρονιάς του . Αν πάλι τονε χτύπαγαν τα’ άλλα παιδιά, ήξερε πως δεν είχε να παραπονεθεί σε κανέναν, γιατί σ’ αυτόν θα ‘ριχναν το φταίξιμο.
[…]
Μα η ζωή Δε μοιάζει με τα όνειρα. Η μάνα του , ως φαίνεται , πέθανε άμα ήταν οχτώ χρονών. Όλα γύρω του γίνηκαν κόλαση. Οι ξένοι καταφρόνεσαν το παιδί πιότερο από ποτέ και γύρευαν μ’ αδιάκοπη δούλεψη να τους πλερώνει το ξεροκόμματο που του δίναν να φάγει. Και τότες παίρνει τη μεγάλη απόφαση. Παρατάει τους Σαρακατσαναίους, φεύγει από το Μαυρομάτι και τραβάει για τη Γράλιστα , που βρίσκεται ίσαμε πέντε ώρες δρόμο από τη σημερινή Καρδίτσα. Κι εκεί λίγο πιο κάτω απ’ το χωριό, στη σπηλιά του Λώλου, στήνει το πρώτο λημέρι του. Είχε τη γη για στρώμα, προσκέφαλο την πέτρα. Τα μόνα άρματά του για να μη πεθάνει από την πείνα, ήταν η σβελτάδα του κι η καπατσοσύνη του. Έκλεβε φρούτα κι άλλοτε άρπαζε καμιά κότα. Τέτοιο κακό όνομα απόχτησε τότες, που οι μάνες, σ’ αυτά τα μέρη, ακόμα ως χτές λέγανε στους κανακάρηδές τους, άμα τους βλέπανε να αλητεύουν:
-Σαν τον Καραϊσκάκη καταντήσατε, βρέ!

Δείτε ακόμα:  Επανάσταση 1821: Το Κάθισμα του Κολοκοτρώνη - Πού βρίσκεται και ποια η ιστορία του

ΣΤΟ ΚΛΑΡΙ

Τα χωριατόπουλα, που όταν πρωτόφτασε στη Γράλιστα άγρια τον κυνήγησαν, άρχισαν σιγά-σιγά να κάνουν παρέα μαζί του. Δεν άργησε τούτο το δοκιμασμένο κιόλας από τη ζωή τολμηρό και πανέξυπνο παιδί να ξεσηκώσει τα μυαλά των συνομηλίκων του. Φτιάσανε μια ψευτοσυμμορία. Άλλοτες έπιαναν τον πετροπόλεμο μ’ άλλα χωριατόπουλα κι άλλοτε αρπάζανε γίδια, τα σούβλιζαν, τα ‘ ψηναν κι έπειτα το ‘ριχναν στο τραγούδι και το χορό, λογαριάζοντας τους εαυτούς τους τρανούς κιόλας κλέφτες. Τούτα όμως τα κατορθώματά τους παράγιναν και τότες άρχισε ο κατατρεγμός. Δεν τους απόμεινε άλλο τίποτα, παρά να οικονομήσουν κανένα παλιοντούφεκο και να βγουν ζορμπάδες(αντάρτες). Και σε λίγο τριγύρναγαν αρματωμένοι πια στα βουνά. Μ’ αρχηγό τον πιο άξιό τους, τον Καραϊσκάκη, που μόλις χνούδιζε το μάγουλό του, σβάρνιζαν τα Άγραφα με τα θεόρατα βουνά την Καράβα, την Τσουρνάτα, τον Αη-Λιά, με τα νερά, τα έλατα, τα πλατάνια και τους δέντρους(δρύες) που ολονών οι κορυφές σχίζουνε τον ουρανό πάνω από τα δύο χιλιάδες μέτρα. Κι είταν, όπως είπαμε, τα πιο δύσκολα χρόνια για την κλεφτουριά. Άλλοι κι άλλοι τρανοί αρματολοί και κλέφτες είτε ξεπατώνονταν είτε προσκύναγαν τον Αλή Πασά κι αυτά τα παλιόπαιδα τότες σηκώσανε μπαϊράκι.
Οι κλέφτες επροσκύνησαν και γίνηκαν ραγιάδες,
κι ένα μικρό κλεφτόπουλο Δε θέλ’ να προσκυνήσει
ψηλά στην πέτρα κάθονταν, τον ταμπουρά λαλούσε
«εγώ ραγιάς Δε γίνομαι, χαράτσι δεν πληρώνω»
Σαν έμαθε ο μπουλούκμπασης (αρχηγός μικρού στρατιωτικού σώματος) πως κάτι καινούργια αγκάθια φυτρώσανε στα βουνά, πήρε κάμποσους τσοανταραίους (επίλεκτους σωματοφύλακες) και τράβηξε κατά τη Γράλιστα , περνώντας απ’ την Αγια- Μαρίνα και τον Αη- Θανάση, να ζώσει τα κλεφτόπουλα από παντού, να τα πιάσει ζωντανά και τότες θα βλέπανε πόσες ουρές είχε ο βούρδουλάς του. Τα’ αμούστακα παλικάρια, άμα τους είδανε να ροβολάνε κατά κει, πιάνουν μετερίζια στον Αη Θανάση . Τους αφήνουν να σιμώσουν ίσαμε λίγες δρασκελιές κι ο Καραϊσκάκης δίνει το πρώτο πολεμικό πρόσταγμα:
– Βαράτε παλικάρια!
Και τότες τι να δεις ; Οι φοβεροί τζοανταράιοι, που περπατάγανε κι έτρεμε η γης, κατρακυλούσανε τα βράχια μαζί με τις χαντζάρες τους και τα καφτάνια τους. Τρεις απόμειναν σκοτωμένοι κι οι άλλοι το βάλανε στα πόδια να γλιτώσουν. Από κείνη τη μέρα τράνεψαν τα παιδαρέλια. Πήρανε όνομα σ’ όλα τα γύρω μέρη και στόλισαν τα σελάχια τους με τα’ ασημοδουλεμένα άρματα των τούρκων που ξεπάστρεψαν.
Το δεύτερο κατόρθωμά του γίνηκε σε κάτι βαφτίσια (δέυτερη μέρα του Πάσχα) στη Γράλιστα (Ελληνόπυργο), όπου πήγανε να γλεντήσουν και να δειχτούν. Άμυαλα ακόμα καθώς ήτανε, καταφόνησαν τον κλέφτικο νόμο πως ποτέ δεν πρέπει να κονακιάζουν το βράδυ εκεί όπου περάσανε τη μέρα τους. Δώσανε οι τσασίδες (κατάσκοποι) είδηση στο ντερβέναγα και σε λίγο πλάκωσε η Τουρκιά και μπλοκάρισε το σπίτι όπου μένανε. Τότες για πρώτη φορά άστραψε το πολεμικό δαιμόνιο του Καραϊσκάκη.
-Πάρτε, λεει στ’ άλλα κλεφτόπουλα, ό,τι κάπες είναι κι’ άμα ανοίξω την πόρτα να τις πετάξετε όξω όλοι με μιας.
Όπως το ‘πε γίνηκε. Ακούνε οι Τούρκοι ν’ ανοίγει η πόρτα και μισοξεχωρίζουν μέσα στο σκοτάδι τις κάπες κι αδειάζουν πάνω τους με μιας όλα τους τα ντουφέκια. ΄Ωσπου να τα ξαναγεμίσουν, χυμάν όξω τα κλεφτόπουλα, ζαρκάδια στα ποδάρια, ροβολάνε τον κατήφορο και γίνουνται άφαντα. Μα στον Καραϊσκάκη δεν έφτασε πως γλίτωσε. Ήθελε κιόλας να ξευτελίσει τον ντερβέναγα. Οδηγάει λοιπόν απ’ άλλονε δρόμο τα παλλικάρόπουλά του, πιάνει ένα ψήλωμα στις πλάτες των Τούρκων και τους ρίχνει από κει δυο-τρεις κοροϊδευτικές μπαταριές…
****
Σημείωση: Το κείμενο μεταφέρθηκε αυτούσιο από το βιβλίο του Δημήτρη Φωτιάδη “Καραϊσκάκης” ,εκδόσεις Δωρικός 1966, σελίδες 17-21.
* * * *
(απο Πανορμίτης Σπανός)

Newsroom | Pireas News